«Θαρώ δεν θα αργήσει η μέρα που θα μιληθούνε μαζί τα ονόματα των δυό Κρητικών: του Καζαντζάκη και του Γκρέκο»

Μια κριτική – υπεράσπιση, δείγμα αφοσίωσης του 18χρονου Παντελή Πρεβελάκη στον αμφισβητούμενο ακόμη Νίκο Καζαντζάκη, με αφορμή την αρχική δημοσίευση της «Ασκητικής» και την πρώτη έκδοση του «Νικηφόρου Φωκά»

 

Είναι η εποχή που ο Νίκος Καζαντζάκης δεν έχει ακόμη εντελώς επιβληθεί ως κορυφαίος διανοητής και συγγραφέας. Είναι η περίοδος που πολλοί διανοούμενοι, ακόμη και της θεωρούμενης προοδευτικής πλευράς, τον αμφισβητούν έντονα, έχουν μια αρνητική, ακόμη και εχθρική, απέναντί του στάση.

Η πρώτη δημοσίευση, στα 1927, της «Ασκητικής», της ανολοκλήρωτης, ακόμη, φιλοσοφικής διακήρυξής του και η τραγωδία, με τη μορφή στίχων, «Νικηφόρος Φωκάς» που εκδίδει αμέσως μετά, τον ίδιο πάντα χρόνο, δεν τον επιβάλλουν αμέσως στο μάλλον εχθρικό περιβάλλον. Την ύπαρξη αυτής της αμφισβήτησης στο έργο και τη σκέψη του Καζαντζάκη θα παραδεχτεί αργότερα κι η Έλλη Αλεξίου, η οποία θα γράψει το 1966 στο έργο της «Καζαντζάκης και Πρεβελάκης»: «Χτυπιόταν από πολλές μεριές – και νομίζω πως η παθιασμένη ανθελληνική στάση του, που εκδηλώνεται συχνά και με κάθε ευκαιρία, “ενθάδε κείται Ρωμιός που σιχαινόταν τους Ρωμιούς”, είναι μια μορφή άμυνας, μια αντεπίθεσή του στην εχθρική, τη γεμάτη κακεντρέχεια στάση των περισσοτέρων διανοουμένων απέναντί του».

Η συνάντηση Καζαντζάκη- Πρεβελάκη

Ο Νίκος Καζαντζάκης με τον Παντελή Πρεβελάκη (αριστερά) και τον Κώστα Ελευθερουδάκη στο Παλαιό Φάληρο. 1927 (αρχείο εκδόσεων Καζαντζάκη)

Κι όμως εκείνη την εποχή ένα νέο παιδί, ένας φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμπατριώτης του Καζαντζάκη, που ακόμη δεν έχει «μπουσουλήσει» στη λογοτεχνία, θα μπει με θάρρος μπροστά για να υπερασπιστεί τον «γέροντά του», όπως θα χαρακτηρίσει ο ίδιος αργότερα τον μεγάλο διανοητή, αναγνωρίζοντάς τον ως τον πνευματικό καθοδηγητή του. Ο νεαρός, μόλις 18 χρόνων, δεν είναι άλλος από τον Παντελή Πρεβελάκη. Οι δυό τους έχουν γνωριστεί τον Νοέμβριο του 1926. Θα δεθούν με μια παντοτινή φιλία και εκτίμηση, μ’ έναν πνευματικό δεσμό, που θα διακοπεί μόνο με το θάνατο του Καζαντζάκη, στις 26 Οκτωβρίου 1957. Ο Πρεβελάκης – που έφυγε από τη ζωή μια μέρα σαν σήμερα, στις 15 Μαρτίου 1986, στα 77 του χρόνια- θα φοιτήσει ως μαθητής δίπλα στο δάσκαλο, θα πάρει όσα μπορεί από τον μεγάλο φίλο και καθοδηγητή του, αλλά και θα του δώσει, σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Και πάλι η Έλλη Αλεξίου, με πολύ αιχμηρό τρόπο, θα αναγνωρίσει αυτή τη σχέση, θεωρώντας την περίπου υποτακτική στάση του Πρεβελάκη προς τον Καζαντζάκη. «Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες (σ.σ.: την εχθρική αντιμετώπιση των διανοουμένων στα 1926-1927, που περιγράφει η ίδια στην προηγούμενη αναφορά), μέσα σ’ αυτό κλίμα, ένα νεαρό παιδί παρουσιάζεται, που σαν καλογεροπαίδι, με θρησκευτική ευλάβεια, μπαίνει στην υπηρεσία του ηγούμενου. Απορεί κανείς με την ανεξάντλητη αφοσίωση, με την υπομονή, με την υποταγή του Πρεβελάκη στα ατελεύτητα θελήματα του ηγούμενου».

Κι ακόμη: «Πώς άνθεξε; Πώς μπόρεσε επί σαράντα χρόνια να ανταποκρίνεται αδιαμαρτύρητα σ’ αυτό το φοβερό και συνεχιζόμενο απαιτητολόγιο; Και γιατί;».

Αλλού, με το ίδιο πάντα ύφος θα προσθέσει η Έλλη Αλεξίου: «Πιστεύαμε πως μεγάλο ποσοστό στην επιβολή του Καζαντζάκη μέσα κ’ έξω απ’ την Ελλάδα χρωστιόταν στην Ελένη (σ.σ.: την Ελένη Σαμίου, δεύτερη σύζυγο του Καζαντζάκη, για την οποία εκείνος εγκατέλειψε τη Γαλάτεια, αδελφή της Έλλης). Τώρα καλά γνωρίζομε πως ηρωικός συμπαραστάτης του – ηρωικός γιατί του παραστάθηκε άνευ αμοιβής, μόνο με θυσίες- υπήρξε και ο Πρεβελάκης. Ο Καζαντζάκης επανειλημμένα τού τονίζει πως του απόμεινε ο μοναδικός και πως άλλον δεν έχει να τον βοηθήσει…» 

Οι αναφορές της Έλλης θα συμπληρωθούν με μια σκληρή, όπως ομολογεί η ίδια, διαπίστωση. «Από τα παλιά χρόνια – σημειώνει- μας απόμειναν μερικές σοφίες: “Συν Αθηνά και χείρα κίνει”. Εδώ δεν κινείται μόνο το χέρι. Διπλασιάστηκε η ίδια η Αθηνά. Γίνανε δύο. Η μία είναι η δημιουργός και η άλλη ο πλασιέ της πρώτης. Σκληρή διαπίστωση αλλά αυταπόδεικτη»…

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Παντελής Πρεβελάκης στο Gottesgab της Τσεχίας, το 1932. (φωτογρφία Ελένης Καζαντζάκη, αρχείο ΜΙΕΤ)

Ο ίδιος ο Πρεβελάκης θα γράψει αργότερα για τη σχέση του με τον Καζαντζάκη: «Τον έχω μπροστά μου τριάντα ένα χρόνια…Τον αγάπησα…Ταξιδέψαμε μαζί, φάγαμε ψωμί κι αλάτι μαζί, νηστέψαμε μαζί… Θα μπορούσα να τον αφηγηθώ μέρα με τη μέρα σε ένα Απομνημόνευμα. Να του ρίχνω κάθε τόσο μια ματιά, ν’ ακούω τη φωνή του, να καταγράφω καμιά πράξη ή κάποια από τις αντιδράσεις του…»

Σχεδόν ένα χρόνο μετά τη γνωριμία τους, ο Παντελής Πρεβελάκης θα δημοσιεύσει ένα εξαιρετικό και ώριμο λογοτεχνικά – παρά τα 18 χρόνια του- κείμενο με αφορμή τη δημοσίευση της «Ασκητικής» και την κυκλοφορία του «Νικηφόρου Φωκά». Όταν γράφει την αναφορά του έχει στα χέρια του όχι μόνο όσα έχουν δημοσιευτεί, αλλά και αδημοσίευτα έργα του Καζαντζάκη, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος. Κι αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απόδειξη της πλήρους εμπιστοσύνης που του έδειξε από την πρώτη στιγμή ο Καζαντζάκης.

Ουσιαστικά στην κριτική του παίρνει αφορμή απ’ τα δύο νέα έργα του Καζαντζάκη, αλλά και από τα αδημοσίευτα που γνωρίζει, για να ασχοληθεί στην πραγματικότητα με τον μέντορά του, να τον περιγράψει και να τον παρουσιάσει αληθινά στο κοινό, χωρίς τις κακεντρέχειες και την αρνητική επιρροή των διανοουμένων, που περιέγραψε η Έλλη Αλεξίου. Τον Δεκέμβριο του 1927 θα γράψει στο περιοδικό «Αναγέννηση» του Δημήτρη Γληνού το κριτικό του κείμενο, ένα διθύραμβο για την σκέψη του Καζαντζάκη. Η «Ασκητική» δεν είχε ακόμη εκδοθεί. Είχε δημοσιευτεί σε συνέχειες στην «Αναγέννηση», τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου και κυκλοφόρησε σ’ ένα ανάτυπο του περιοδικού. Στην τελική μορφή της η «Ασκητική», με την προσθήκη του τελευταίου κεφαλαίου «Σιγή» αλλά και με πολλές νέες επεξεργασίες, θα κυκλοφορήσει το 1945. Μετά την πρώτη δημοσίευση του φιλοσοφικού του έργου, θα εκδώσει και τον «Νικηφόρο Φωκά», την «Ασκητική βαλμένη σε στίχους και μορφή θεατρική», όπως έγραψε επίσης στην «Αναγέννηση» το 1927, δίπλα στην κριτική του Πρεβελάκη, ένας άλλος μεγάλος λογοτέχνης, ο Βασίλης Ρώτας.

Όταν ο νεαρός Ρεθυμνιώτης Παντελής Πρεβελάκης δημοσιεύει την κριτική του, ένα από τα πρώτα κείμενά του, δηλαδή, γράφει ακόμη μόνο σκόρπια κείμενα και συνεργάζεται στη σύνταξη του «Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού» του Κ. Ελευθερουδάκη. Την πρώτη λογοτεχνική του παρουσία θα την κάνει έναν χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1928, με το επύλλιο «Στρατιώτες».
Η κριτική-υπεράσπιση στα δύο έργα και στον Καζαντζάκη

«Για να κρίνεις το έργο του Καζαντζάκη οφείλεις να μιλήσεις για τον ίδιο το δημιουργό», ξεκαθαρίζει αμέσως από την αρχή ο Πρεβελάκης. Γιατί – προσθέτει- στα έργα του ζει ολάκερος ο εαυτός του, μια ψυχή ανήσυχη, ανήμερη και πονετική. Ο Νικηφόρος Φωκάς είναι μια μάσκα που σκεπάζει την εκστατική, ορμητική ψυχή του Καζαντζάκη. Ανεβαίνει, κατεβαίνει τη φριχτή σκάλα του χαμού και της σωτηρίας, μαζί με τον ήρωά του, ο δημιουργός. Χύνεται αδιάκοπα, ανένδοτα, προς ένα τραχύ ανήφορο με βουβή αγωνία κι αφήνει κραυγές ξοπίσω του σαν απλοκαμούς ν’ αδράξει τους αδερφούς του και να τους σώσει». 

«Ο Καζαντζάκης», γράφει ακόμη «δεν διαφέρει στα έργα του. Όλα είναι μια τρικυμία, μια συναρπαγή, ένα ανυπόμονο φτερούγισμα, μια φευγαλέα ματιά, ένας αγώνας απελπισμένος να κάμει νεύμα στους σύντροφους της μάχης».

Για την «Ασκητική» τονίζει ότι μιλάει ο ίδιος ο Καζαντζάκης «με τη θρησκευτική, απρόσκοφτη ειλικρίνεια της εξομολόγησης. Είναι ο Ζαρατούστρας που κατεβαίνει από το βουνό, ύστερα από τη μακρόχρονη γόνιμη άσκηση, γιομάτος σοφία, πλημμυρισμένος συμπόνεση κι αγάπη. Κατεβαίνει σα Θεός για να κηρύξει μ’ έξαλλη πίστη το μεγάλο χρέος».

«Πνιγμένος από το στενό, ακίνητο αέρα του υλισμού– προσθέτει, προσπαθώντας να ανακαλύψει το σκοπό μα και το χρέος του Καζαντζάκη και να απαντήσει έτσι στις αμφισβητήσεις σε βάρος του- ανικανοποίητος από το γλυκύ ιδεαλισμό, μάχεται να βρει απάντηση, σε νέα σύνθεση, στα θεμελιακά, γεμάτα αγωνία, προβλήματα, που ζει ειλικρινά, με καρδιά ζεστή, ο ίδιος. Με το μυαλό νηφάλιο, “ακροποδίζει τρέμοντας” μπρος στην άβυσο τούτη, και με εγκαρτέρηση, με βουβή αποφασιστικότητα, με άσκηση συντάζει τις δύναμες του κι αντικρίζει το τρομαχτικό πρόβλημα. Βρίσκει, χωρίς ίλιγγο, τη λύση και κηρύχνει το Δεκάλογό του». 

Ο «Νικηφόρος Φωκάς», η ποιητική τραγωδία με θεατρική μορφή, αναφέρεται στο τέλος του Βυζαντινού αυτοκράτορα και απελευθερωτή του Χάνδακα από τους Σαρακηνούς. Περιγράφονται οι συγκρούσεις, οι συνωμοσίες, αλλά και η αλαζονική συμπεριφορά του, απέναντι ακόμη και στον Χριστό τον οποίο οραματίστηκε. Και μετά έρχεται το τέλος, το αναπόφευκτο και μοιραίο, που πραγματεύεται ο Καζαντζάκης με το έργο αυτό. «Η ιδέα της εφήμερης μάταιης παρουσίας μας στη γη κυβερνάει το ποίημα αυτό», γράφει χαρακτηριστικά στο νεανικό κριτικό του κείμενο ο Πρεβελάκης. «Ο ήρωας τούτος», σημειώνει «που σηκώνει στους ώμους του μια σειρά νίκες στην Κιλικία, στην Κρήτη, στην Κύπρο, στη Συρία, στη Βουλγαρία, παντούθε, όπου κατέβασε το βαρύ χέρι του, τρέμει σα φύλλο κάτω από το ατάραχο μάτι της μοίρας και του Θεού του, που τον “βαραίνει” σα μυλόπετρα».

Και για να απαντήσει μια και καλή στην αμφισβήτηση προς το έργο και τη σκέψη του Καζαντζάκη, που εκφραζόταν ακόμη και στις αμέσως προηγούμενες από το δικό του κείμενο σελίδες της «Αναγέννησης», με την κριτική που δημοσίευσε ο Βασίλης Ρώτας και στην οποία καλούσε τον Καζαντζάκη «ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του ολότελα και να μας δώσει τέχνη», ο Πρεβελάκης κατέληγε με πάσα βεβαιότητα για τη μεγάλη αξία του δημιουργού της «Ασκητικής» και του «Νικηφόρου Φωκά»: «Θαρώ δεν θα αργήσει η μέρα που θα μιληθούνε μαζί τα ονόματα των δυό Κρητικών: του Καζαντζάκη και του Γκρέκο- οι δυό ανήμερες αρπαχτικές ψυχές». 

Ακολουθεί ολόκληρο το σημείωμα του Παντελή Πρεβελάκη.

 

Π. Πρεβελάκη: Δύο έργα του Νίκου Καζαντζάκη
αρχείο εκδόσεων Καζαντζάκη

Για να κρίνεις το έργο του Καζαντζάκη οφείλεις να μιλήσεις για τον ίδιο το δημιουργό. Γιατί στα έργα του ζει ολάκερος ο εαυτός του – μια ψυχή ανήσυχη, ανήμερη και πονετική. Ο Νικηφόρος Φωκάς, το ιστορικό πρόσωπο, είναι μια μάσκα που σκεπάζει την εκστατική, ορμητική ψυχή του Κ. Ανεβαίνει, κατεβαίνει τη φριχτή σκάλα του χαμού και της σωτηρίας, μαζί με τον ήρωα του, ο δημιουργός. Χύνεται αδιάκοπα, ανένδοτα, προς ένα τραχύ ανήφορο με βουβή αγωνία κι αφήνει κραυγές ξοπίσω του σαν απλοκαμούς ναδράξει τους αδερφούς του και να τους σώσει.

Ο Κ. δε διαφέρει στα έργα του. Όλα είναι μια τρικυμία, μια συναρπαγή, ένα ανυπόμονο φτερούγισμα, μια φευγαλέα ματιά, ένας αγώνας απελπισμένος να κάμει νεύμα στους σύντροφους της μάχης.

Έχω μπροστά μου τα δυο του έργα: “Ασκητική” και “Νικηφόρος Φωκάς” κι όσα άλλα που, αδημοσίεφτα, μου εμπιστέφτηκε. Σ’ όλα απλοκλαδίζεται σαν αίμα, σα ρέουσα φλόγα, η μυστική ορμή, ο ατσαλένιος θυμός του Κρητικού. Οι ήρωές του, είναι ο Άνθρωπος. Τα σώματα των ηρώων του είναι μια φωτεινή ρεούμενη μάζα – η Ανθρωπότητα. Μάχονται, τραγουδούνε, κλαίνε, χυμούνε με σφιχτό, ανένδοτο στόμα προς το χαμό, τινάζονται σαν κοράκια να δράξουν προς την πάμφωτη τους φθορά τους νηφάλιους αδελφούς.

Έτσι, φλόγες, πύρινες γλώσσες, τινάζει πάνω στους ήρωες του ο Κ. Σκύφτει απάνω τους και τους φυσάει την άγια προφητική πνοή και τους κατακαίει. Αναθυμίζομαι έναν πίνακα του Γκρέκο: την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους Απόστολους. Ένας μαθητής τρομάζει, βάζει τα χέρια του πάνω στην κεφαλή του για να προφυλαχτεί και τα χέρια του ανθρακώνονται. Όμοια, λέω, οι ήρωες του Κ., στην παράφορη μανία του δημιουργού, θ’ αντιστέκονται με ανθρώπινο δέος.

Στην “Ασκητική” δε μιλάει με ξένο στόμα. Μιλάει ο ίδιος ο Κ. με τη θρησκευτική, απρόσκοφτη ειλικρίνεια της εξομολόγησης. Είναι ο Ζαρατούστρας που κατεβαίνει από το βουνό, ύστερα από τη μακρόχρονη γόνιμη άσκηση, γιομάτος σοφία, πλημυρισμένος συμπόνεση κι αγάπη. Κατεβαίνει σα Θεός για να κηρύξει μ’ έξαλλη πίστη το μεγάλο χρέος.

Πνιγμένος από το στενό, ακίνητο αέρα του υλισμού, ανικανοποίητος από το γλυκό ιδεαλισμό, μάχεται να βρει απάντηση, σε νέα σύνθεση, στα θεμελιακά, γεμάτα αγωνία, προβλήματα, που ζει ειλικρινά, με καρδιά ζεστή, ο ίδιος. Με το μυαλό νηφάλιο, “ακροποδίζει τρέμοντας” μπρος στην άβυσσο τούτη, και με εγκαρτέρηση, με βουβή αποφασιστικότητα, με άσκηση συντάζει τις δύναμες του κι αντικρίζει το τρομαχτικό πρόβλημα. Βρίσκει, χωρίς ίλιγγο, τη λύση και κηρύχνει το Δεκάλογό του.

Αέρας σα μέταλλο είναι η ατμόσφαιρα που σπαθίζεται από την ορμητική αυτή αστραπή. Νιώθεις πως το έργο αχνίζει. Ο δημιουργός του, για να το θρέψει, δρασκέλισε τα βουνά από Ανατολή ως Δύση, οι στεριές κι οι θάλασσες ανεβοκατέβηκαν μέσα στην κεφαλή του, το μυαλό του το σύγκλυσε ο ανθρώπινος γόος κι η σοφία. Τώρα μάχεται να πολιορκήσει με λόγια την ασύνορη τούτη στρατιά των οραμάτων και να την πυκνώσει σε μια κραυγή, σ’ ένα κήρυγμα που να συνεπάρει σαν άνεμος τους αδερφούς.

Η “Ασκητική” είναι ένα έργο διαποτισμένο από ψυχή αντρίκια. Με θάρος, στο κήρυγμα τούτο, αναγνωρίζεται το σύνορο του ανθρώπινου νου, με απόφαση αρχίζει το ξεκίνημα, το ξεσήκωμα, με το ανθρώπινο αδύναμο εφόδιο, σαν ανταρσία στο γραφτό χαμό. Με νου ήσυχο, απελπισμένο, σπρώχνεται ο Αγωνιζόμενος ν’ αγαπήσει την πορεία του και να πει: “Τίποτα δεν υπάρχει. Μήτε ζωή, μήτε θάνατος· θωρώ την ύλη και το νου σα δυό ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα και λέω: Αυτό θέλω!”.

Τούτο είναι η Προετοιμασία. Κι ακολουθεί η φοβερή πορεία. Ο άνθρωπος, ο πρόγονος, η ανθρωπότητα, η γη, όλα μέσα στο σώμα του Αγωνιζόμενου φωνάζουν. Και τούτος, κάτω από το ανένδοτο μάτι του “Αφρικανού” Θεού ανεβαίνει το μάταιο, ανέλπιδο, ανήφορο με μυστική υποταγή, βέβαιος, πώς σωτηρία δεν υπάρχει.

Νιώθει το Θεό του σαν γρόθο ανάμεσα σε ουρανίσκο και σαγόνι και προστάζει του: Αποφάσισε! Αυστηρός, τον κρατάει από τα νεφρά, με τους απλοκαμούς του, να μην πέσει. Τον ψυχώνει, του φυσάει την άγια μανία, τον κάνει σύντροφο και του σφυρίζει: Θα πατήσω απάνω σου για να σωθώ, δεν είμαι ο παντοδύναμος, δεν είμαι ο αιώνιος νικητής. Βάστα ηρωικά τον αγώνα σου και σώσε με! Του ανοίγει έξοδο και τον στρπώχνει στην πράξη.

Με την αγωνία, με τον αγώνα, με μυστική ταύτιση μ’ ένα κομάτι ύλη, ρίχνεται ο Αγωνιζόμενος να σωθεί και να λευτερώσει το Θεό.

“Ο κάθε άνθρωπος έχει ένα κύκλο δικό του από πράματα, από δέντρα, ζώα, ανθρώπους ιδέες – και τον κύκλο τούτο έχει χρέος αυτός να τον σώσει. Κανένας άλλος. Αν δεν τον σώσει, δε μπορεί να σωθεί.

– Αν είσαι εργάτης, δούλεβε τη γης, βοήθα τη να καρπίσει.

– Αν είσαι πολεμιστής, μη λυπάσει.

– Αν είσαι σοφός, πολέμα στο κρανίο, σκότωνε τις ιδέες. Δώσε μιαν άλλη ιδέα πιο απλόχωρη στο Θεό σου για να κατοικήσει!

– Αν είσαι γυναίκα, αγάπα!

Και κηρύχνεται ο Δεκάλογος: “Πιστέβω σ’ ένα Θεό, Ακρίτα Διγενή, στρατεβόμενο, πάσχοντα, μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στα σύνορα, στρατηγό, αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δυνάμεις, τις ορατές και τις αόρατες.

Πιστέβω.

“Όχι με λόγο, παρά με αστραπές· (Νίτσε). Τούτος, θαρώ, ο αφορισμός ταιριάζει στο παράφορο κήρυγμα του Κ. Στο θαυμαστά αρχιτεχτονημένο αυτό τραγούδι ο λόγος φανερώνεται αδύναμο μέσο να δείξει τη θερμότητα του Θεού, που ζητάει συντρόφους και κράζει σαν αρπαχτικό πουλί τους αδερφούς. Γιατί γλυκιά ανάσα ή ήσκιος δεν υπάρχει εδώ. Φλόγινη ειδή κατεβαίνει ο Θεός, μια καρδιά που θέλει κάποιους ναρπάξει, να τους σώσει, και να σωθεί. Χύνεται χωρίς αναβολή προς την αστερογείτονη κορφή, ακολουθώντας την αυστηρή, ματωμένη γραμμή, την “κόκινη γραμμή που με αγώνα ανηφορίζει από την ύλη στα φυτά, από τα φυτά στα ζώα και από τα ζώα στον άνθρωπο”.

Η συνείδηση της εφήμερης παρουσίας μας χύνεται σ’ όλο το έργο. Με ανυπομονησία, με απελπισία προβάλλει, μόνη σωτηρία, ο αγώνας. Ένας αγώνας χωρίς υποχώρηση, χωρίς έλεος. Ένας ίλιγγος που τον αντικρίζουμε χωρίς τρόμο, με γεναιότητα και εγκαρτέρηση.

Η “Ασκητική” δεν αποζητάει τον τίτλο φιλοσοφία που θα της έπρεπε, ούτε φιλολογία που είναι κατώτερο από την πρόθεση του δημιουργού. Είναι μια κραυγή απελπισμένη και “περίφοβη”, ένα σημάδι τρεμάμενου λιχανού που σηκώνεται να δείξει το δρόμο της σωτηρίας πριν μαραθεί και πέσει.

“Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάξω να πω στους συντρόφους!”.

Απόκριση το νεύμα τούτο θα βρει μονάχα σ’ όσους αποζητούνε την Ευθύνη, μονάχα σ’ όσους αντίκρισαν την Άβυσο και δεν υποχώρησαν. Σ’ όλους που το αίμα τους φέρνει κύκλο, γερό ακόμα, μέσα στις φλέβες τους. Σ’ όλους που αγρύπνησαν, συντηρώντας την αγωνία που ψάχνει για έξοδο.

Ένα τάγμα ανθρώπους, που έφυγαν από τη θεϊκή τάχα νηφαλιότητα και τη θηλυκή βολεμένη προσαρμογή, προσμένει ο Θεός να σηκώσουν τα γεναία κεφάλια και να μιλήσουν με φωνή δονούμενη: Συντάζομαι κι εγώ μαζί σας! Συντάζομαι κι εγώ μαζί σας! 

Άνεμος φύσηξε να σας συνεπάρει προς τις κορφές, αδερφοί. Η γη θα καταπιεί τους δεν ακούσουν, πριν προφτάσουν να γίνουν πνεύμα.

Άνεμος φύσηξε και φέρνει το τραγούδι προς τον Ερχόμενο. Και δες! πώς οι σύντροφοι αποφασίζουν:

Στην άπαυτη τούτη ροή που δεν έχει τέλος, στο απελπισμένο αυτό ανακύλισμα της ύλης, που άφθαρτη αλλάζει μορφές, εγώ θα βρω μια λύση και θ’ανοίξω διάβα φεγγερό, πολεμώντας· θα ψυχώσω τις μυστικές δυνάμεις μου, θ’ αναφτερώσω τις ορμές μου, θα τινάξω του ανθρώπου τα πάθη, θα χυθώ στο χαμό σκληρός και θα πολεμήσω παραστάτης στο “Θεό” μου που κιντυνέβει πάσα στιγμή!

Ο ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΦΩΚΑΣ. Ένα “ιστορικό δράμα” γίνεται θέμα της τραγωδίας τούτης του Καζαντζάκη. Ο Νικηφόρος Φωκάς, ο στρατηγός, ο ασκητής, ο άτσαλος θυμός κι η μυστική έγνοια, σηκώνεται σα φλόγα στο βαρύ, γεμάτο υποψίες και χαμούς, αέρα του Βυζάντιου και γλωσσίζει πορφυρά λαμπαδιάζοντας πότε πάνω στους σμαλτωμένους τοίχους του παλατιού, πότε στα πολύχρωμα ψηφιδωτά του ναού.

Περιεχόμενο της τραγωδίας είναι οι τελευταίες στιγμές του Νικηφόρου κι η αρπαγή της βασιλείας από τον Τσιμισκή, με τη βοήθεια της αυτοκρατόρισας Θεοφανώς. Μα ψυχή και πάθος του έργου είναι η φοβερή εσωτερική μάχη των δύο αντίδρομων ρεμάτων, που απαντήθηκαν στο χωματένιο αδύναμο στήθος του Νικηφόρου Φωκά.

Χορός σκλάβες, σα δαιμόνια, γεμάτες μίσος, μας μπάζουνε στην τραγωδία. Η Ρούσα, η Σαρακηνή, η Βουλγάρα, η Κρητικιά, η Κυπριώτισα, όλες γροικώντας τη φωνή της ράτσας και του χωμάτου τους, τραγουδούν, στρινιάζουν, καταριούνται, υφαίνουνε τραγούδι θανάσιμο για το Νικηφόρο, ώσπου να μπει να του προσπέσουν πίστομα, κράζοντας: Άγιος! Άγιος!

Κι απόψε, ως σκύλα οσμίζοντας σε, λαχταρίζω σφαγή!

Άδετος νάναι ο σπόρος του,

άκαρπο το δεντρί του

καταραμένη η ρίζα του στον αιώνα!

Σαν φαντάσματα χορέβουν οι θυγατέρες τούτες της γης, που ματοκύλισε ο Νικηφόρος.

Η αίθουσα του θρόνου είναι γεμάτη από τις νίκες του, που του τραγουδούν προφητικά το χαμό.

Μια μαλάζει κέρινο το ομοίωμα του, το αναγελά, το παίζει στα δαχτύλια, το διαμελίζει:

Το κέρινο κορμί του κόφτε το και πάρτε

ποιά το πόδι, ποιά το χέρι

κ’ εγώ του παίρνω το κεφάλι

με το μαχαίρι!

Μπαίνει η Θεοφανώ. Αμέσως αρχίζει να φαίνεται ο ταραγμένος σκοτεινός αέρας της συνωμοσίας. Έρχεται ο Μιχαήλ και διηγιέται του φανατικού λαού την ταραχή κι αγγέλνει το πάρσιμο της Αντιόχειας. Τίγρισα, πότε λαφίνα, η Θεοφανώ παραστέκει, σμίγει τα φρύδια της και γροικά. Κρατεί σα μήλο μια ζωή στα χέρια της και παίζει και τρομάζει.

Φτάνει ο Νικηφόρος. Τ’ απόγεμα γυρνώντας από τον Ιππόδρομο, του σφεντόνησαν πέτρες και τ’ άγιο κεχριμπαρί του κούτελο χαράχτηκε από το μαβί αίμα. Ο Βούρτσης πήρε την Αντιόχεια, οι δημάρχοι ξεκινούν να πάνε του λαού το παράπονο ή το θέλημα, η βασίλισα τον απαρνιέται, ο Τσιμισκής συντηρά την απόφαση, κανείς δεν παραστέκει κι είναι του γραμμένος ο χαμός.

Παρμός, λέει, της Αντιόχειας και χαλασμός του Νικηφόρου! Ορμητικά, ανελέητα του μιλεί η Θεοφανώ. Ο αέρας είναι πλήθιος σύνεφα κι είναι έτοιμος να πέσει ο κεραυνός.

Το παλάτι γιομίζει. Δημάρχοι, πολεμιστές, ο Μιχαήλ, ο Βούρτσης, ο χορός, ένας κόσμος συντάζεται, εχτρός ενάντια στο Νικηφόρο. Οι Δημάρχοι ζητούνε στάρι, οι πολεμιστές αλαλάζουνε για το πάρσιμο της Αντιόχειας, ο Νικηφόρος αναστατώνεται από το μήνυμα. Τρέμει, μανία τον συνεπαίρνει κι αρχίζει ν’ ακούει τη μυστική φωνή του τέλους. Καθώς γλώσσες πυρκαγιάς νιώθει να του γλύφουνε το κεφάλι του στρατέματα ψυχές και στα μάτια του πλαταίνει το όραμα του Κυρίου.

Ο ήρωας τούτος, που σηκώνει στους ώμους του μια σειρά νίκες στην Κιλικια, στην Κρήτη, στην Κύπρο, στη Συρία, στη Βουλγαρία, παντούθε όπου κατέβασε το βαρύ χέρι του, τρέμει σα φύλλο κάτω από το ατάραχο μάτι της μοίρας και του Θεού του που τον “βαραίνει σα μυλόπετρα”.

Και μέσα στην Αγιά Σοφιά, όπου χύνεται γροικώντας το κάλεσμα του Κυρίου, το βράδυ – που οι σκιές πλαταίνουν το ναό και τον σηκώνουν ένα δάχτυλο πάνω από τη γη αλαφρό σα σκιάδι – ο Χριστός ξεκολά από τα ψηφιδωτά και κατεβαίνει σαν όραμα σκληρό μπρος στον κυμαινόμενο αβέβαιο νου του Νικηφόρου.

Κι αρχίζει ο μάταιος, χωρίς ελπίδα, αγώνας του θνητού με το Θεό του, που αλλάζει μορφές σα χαμολέοντας, ακολουθώντας το κύμα της ψυχής του Νικηφόρου, και πότε τρέμει γεμάτος πληγές κι αίμα, πότε στηλώνεται ορθός, σαν το θάνατο, με τσεκούρι και δαυλό στο χέρι. Αξιοπόνετος είναι ο άνθρωπος που έπιασε την αβέβαιη τούτη μάχη. Πάει να περμαζέψει το Θεό του, κλαίει, ετοιμάζεται για πόλεμο, μα τούτος ξεκινάει σα στρατηγός, τινάζει την προσταγή κι αρνιέται αμοιβή.

Σε λίγο, όλα τα καταπίνει η γη, και το όραμα περνά, παίρνει τέλος το τραγικό αυτό ιντερμέντο. Το παλάτι πια είναι στρατόπεδο. Η Θεοφανώ, ο Βούρτσης, ο Τσιμισκής, οι σκλάβες, οι Δημάρχοι, ο λαός του, όλοι έχουνε σηκωθεί σα φίδια να κρεμαστούν από το σώμα του και σουρίζουν το γραμμένο χαμό που σιμώνει.

Ο Νικηφόρος βρίσκεται ανάμεσα σε δυο σπαθιά που κρούγονται: ο Θεός και ο λαός του. Τον μίσησαν, τον βαρέθηκαν, δεν τον θέλουν πια. Και τους δυο τους αντικρίζει σαν πολεμιστής και μυστικά τους ταυτίζει σαν ένα θεοκατέβατο απειροδύναμο εχτρό.

Συνωμότες είναι παντού· τα λόγια μπλέκονται, πουλιά τυφλά είναι οι ψυχές που συνάχτηκαν. Και ήρθε η Στιγμή! Σέρνεται η πομπή προς το βασιλικό κοιτώνα κι αναζητάει το βασιλιά. Τον συντυχαίνει γονατιστό σε ψάθα να φωνάζει το Θεό του, γαλήνιος, το χαμό προμένοντας. Τρέμουν μπρος στον ατάραχο και δειλιούνε. Μα,

ευτύς ο Βούρτσης το σπαθί

με βια το χαρακώνει

στην άσειστη βασιλική του κάρα,

απ’ το μεσόφρυδο ως κάτου στο σαγόνι!

Προβαίνει ο νέος βασιλιάς, ο Τσιμισκής.

“Άγιος! Άγιος!”

κι αρχινά τη βασιλεία του με ματωμένο ανένδοτο λόγο:

Και τη γυναίκα αυτή, μακριά σε μοναστήρι

ξορίζω, τί δεν πρέπει πλάι στο μπροσταρόκριο

της γης να ζει τέτιο γλυκό κορμί γυναίκας!

Στο έργο τούτο αναπνέουμε τον αέρα της αρχαίας τραγωδίας. Δέος θεόφοβο κι αγωνία αθέλητα μας κυριέβουν τις καρδιές. Σα μουσική πολυκύμαντη κι ορμητική κατεβαίνουν μέσα στο κεφάλι τα χάλκινα λόγια. Μια ρίμα λεύτερη, ρυθμός εσωτερικός βαθύτατος, νεύρο, διαπερνάει όλα τα νοήματα, πάσα λέξη.

Σε μια στιγμή, σ’ ένα ανοιγοσφάλισμα του ματιού, φέξανε, κάηκαν κι εξαφανίστηκαν όλα τα πρόσωπα. Ένα φτερό κατέβασε τους θεατρίνους τούτους κι ένα φτερό τους συνεπήρε και τους αφάνισε.

Παντού νιώθεις την ακατάλυτη παρουσία του ποιητή. Όλα τούτα τα φαντάσματα που ανέβηκαν ως στον ουρανό και συνομίλησαν με το Θεό, όλα είναι πλάσματα του. Σε μια στιγμή τους κόβει την πνοή καθώς το νήμα του χαρταετού, κι ευτύς πέφτουν σ’ άγνωστο χώμα κι εξαφανίζονται.

Η ιδέα της εφήμερης μάταιης παρουσίας μας στη γη κυβερνάει το ποίημα αυτό.

Αρετές του έργου είναι τούτες: η γρήγορη, σαν απελπισμένη, πλοκή, το ορμητικό λάλημα, η σύγκρουση η τραγική, το δέος, μια γλώσσα πολυκύμαντη, ηχηρή, μουσική. Και πάνω απ’ όλα η παρουσία, η έξαλλη επιφοίτηση του δημιουργού!

Θαρώ δε θ’αργήσει η μέρα που θα μιληθούνε μαζί τα ονόματα των δύο Κρητικών: του Καζαντζάκη και του Γκρέκο – οι δυό ανήμερες, αρπαχτικές ψυχές.

Άρθρα στην ίδια κατηγορία

Προσθήκη σχολίου

Η διεύθυνση mail σας ΔΕ θα εμφανιστεί