«Αποχαιρετώ τα πάντα, τα πάντα με αποχαιρετούν, νεβερμόρε»!- Οι συγκλονιστικές επιστολές του Ν. Καζαντζάκη όταν προαισθάνθηκε το τέλος του

Αύριο φεύγω για την Αλάσκα- μικρός είναι ο κόσμος- μεγάλη η ψυχή του ανθρώπου. Σε συλλογούμαι από την άκρα του κόσμου και λέω: «Άραγε θα ξαναϊδωθούμε»;

Η αναφορά αυτή του Νίκου Καζαντζάκη σε επιστολή του, με ημερομηνία 1η Αυγούστου 1957, λιγότερο δηλαδή από 3 μήνες πριν από το θάνατό του στις 26 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι ο μεγάλος Κρητικός στοχαστής, γνώριζε ότι μετρούσε αντίστροφα πλέον ο χρόνος, τόσο γοργά ώστε αποχαιρετούσε τα πάντα και τον αποχαιρετούσαν όλα.

Δείτε: Θαρρώ δεν είμαι παρά τούτο: μια απροσκύνητη ψυχή

Η αναφορά του, σε επιστολή στον φίλο του από τα παιδικά , δικηγόρο Γεώργιο Φανουράκη, έγινε από τη Νάρα της Ιαπωνίας, λίγο πριν την αναχώρηση που σχεδίαζε για την Αλάσκα.

Στον ίδιο έγραφε, 40 μέρες ακόμα νωρίτερα, από τη Μόσχα: «Αποχαιρετώ τα πάντα, τα πάντα με αποχαιρετούν, νεβερμόρε», δηλαδή ποτέ ξανά!

Η σημαντική αυτή μαρτυρία για τον Νίκο Καζαντζάκη είχε καταγραφεί στο φιλολογικό περιοδικό «Κνωσσός», που εξέδιδε ο ομώνυμος σύλλογος σύλλογος Κρητών στα μέσα του 20ου αιώνα. Και κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1958 στο αφιέρωμα για τον Νίκο Καζαντζάκη, λίγους μήνες μετά τον θάνατό του.

Ο δικηγόρος και αδελφικός φίλος του Καζαντζάκη είχε μιλήσει για τη ζωή τους, από τα παιδικά χρόνια, μέχρι την τελευταία επιστολή, με την «μαρτυρία του θανάτου».

Το κείμενο είχε αναδημοσιευτεί στο αφιέρωμα της εφημερίδας «Πατρίς» του Ηρακλείου, στις 26 Οκτωβρίου 1957,. με την ευκαιρία της συμπλήρωσης μισού αιώνα από τον θάνατό του.

Παρουσιάζουμε εδώ τη σημαντική μαρτυρία του Γ. Φανουράκη για τον μεγάλο φίλο του:

«“Ως μαθητής του Γυμνασίου Ηρακλείου, μας λέγει, ο Καζαντζάκης ήτο φαινόμενον. Δακρύζω όταν θυμάμαι ένα χαρακτηριστικόν επεισόδιον της εποχής. Μετά την χειροτονίαν ως επισκόπου του κατόπιν Μητροπολίτου Κρήτης Βασιλείου, επήγε η τελευταία τάξις του Γυμνασίου να τον συγχαρή. Ο Νίκος Καζαντζάκης τον προσεφώνησε. Τι κρίμα να μη σώζεται το χειρόγραφον! Κλαίγαμε όλοι. Και μαζί μας όλοι οι παρόντες. Ο Μητροπολίτης και οι επίσκοποι Κρήτης τον εφίλησαν βαθύτατα συγκεκινημένοι»…

Ο παλαιός επιστήθιος φίλος του Καζαντζάκη συνεχίζει την αναδρομήν εις το μακρυνό παρελθόν.

Όταν κάποτε, λέγει, ήλθαν εις το Ηράκλειον ο Μιστριώτης και ο Κυπαρίσσης, έμειναν κατάπληκτοι από την απόδοσιν του ερασιτέχνου ηθοποιού Καζαντζάκη εις τον ρόλον του Κρέοντος εις τον «Οιδίποδα Τύραννον». Οιδίπους ο μακαρίτης Ανδρ. Ξενάκης και τον ρόλον της Ισοκάστης υπεδύετο ο Μανώλης Γεωργιάδης, που τον ετυφέκισαν οι Γερμανοί μαζί με τα άλλα δυο αδέλφια του. Εν συνεχεία ο κ. Φανουράκης σκιαγραφεί τον πατέρα του Νίκου.

«Ο πατέρας του, ο καπετάν Μιχάλης, ήτο αληθινό παλικάρι και φόβητρο των Τούρκων του Κάστρου. Τον έχει εξιδανικεύσει στο μυθιστόρημά του. Αληθινά όμως ήτο γενναίος και καλός. Καλός στην πατρίδα, καλός στα παιδιά του, στους συγγενείς του και τους φίλους του. Είχε κτήματα γύρω στο Ηράκλειο και μαγαζί που πουλούσε είδη γενικού εμπορίου. Αγαπούσε όλα του τα παιδιά».

Ο συνομιλητής μας μας φέρνει εις τον νουν του το 1903. «Τότε νοικιάσαμε, μια παρέα από τέσσαρες Κρητικούς φοιτητάς, ένα διαμέρισμα στην οδό Φωκυλίδου. Επήραμε οικιακά σκεύη και μια υπηρέτρια. Όλη του τη ζωή θυμόταν ο Καζαντζάκης αυτή την περιπέτεια. Την έλεγε «Το συνοικέσιο της οδού Φωκυλίδου». Βάσταξε έξι μήνες και διέλυσε. Το τι γινόταν εκεί ήτο αφάνταστο.

Ξεσηκώναμε τη γειτονιά από τις φωνές και τα γέλια. Μου έγραφε μάλιστα πως θα το έβαζε αυτό σε κανένα μυθιστόρημα αλλά δεν πρόφτασε. Διαβάζαμε όλοι φανατικά- αυτός το παράκανε. Κάθε Κυριακή εκδρομή με το θηρίο στην Κηφισιά, με τον «κολοσύρτη» στο Φάληρο.

Ήτο όλο γέλιο, αστεία και χαρά, Έχω πολλές φωτογραφίες του, γράμματα κλπ εκείνης της εποχής. Ήτο όμορφος νέος,  ψηλός και ευθυτενής».

Ο κ. Φανουράκης ανεφέρθη εν συνεχεία σ’ ένα χαρακτηριστικό γράμμα του που του έστειλε στις 28 Φεβρουαρίου 1957 ο Καζαντζάκης από την Ευρώπη. Ο συνομιλητής μας το χαρακτηρίζει ως «εξομολόγησι» και το θεωρεί ως μίαν από τις ωραιότερες σελίδας της πέννας του δημιουργού του «Αλέξη Ζορμπά». Ιδού μια χαρακτηριστική περικοπή:

Δεν λέγεται τι χαρά μου δίνουν τα γράμματά σου. Μου γράφεις πως ό,τι θα μείνει από το μόχθο μου είναι η δουλειά που έκαμα στη δημοτική γλώσσα. Θαρώ πως έχεις δίκιο. Εφήμερες είναι οι θεωρίες και αντέχουν το χρόνο μόνο η ποίηση και η τέλεια γλωσσική μορφή. Μα τι κόπος θεέ μου! Τι μαρτύριο! Κάθε πρωί, ξημερώματα, που κάθομαι στο γραφείο μου, μπροστά στο άσπρο χαρτί, απερίγραπτη δυσφορία με κυριεύει. Τι είναι αυτή η μανία να γράφω; Ποιος με σπρώχνει; Ποιος είναι μέσα μου Αφέντης και εγώ σκλάβος του; Έξω λάμπει ο ήλιος, μουρμουρίζει η θάλασσα, ανθίζουν οι αμυγδαλιές. Γιατί δεν βγαίνω κι εγώ να περπατήσω κάτω από τ’ ανθισμένα δένδρα στον ήλιο. Γιατί, τώρα που βασιλεύει ο ήλιος μου, να μη ξαπλώνω στην πολυθρόνα μου να κυττάζω τους ανθρώπους που περνούνε χαμένοι στις βαριές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, της γυναίκας; Ένας δαίμονας είναι μέσα μου, που πολλές φορές ψυχανεμίζομαι με τρόπο πως δεν είμαι εγώ. Εγώ είμαι μονάχα το γαϊδούρι που καβαλικεύει και πάει- πού πάει; Αφτός ξέρει εγώ δεν ξέρω- με νυματίζει ανέσπλαχνα και προχωρεί. Αυτή είναι η ζωή μου γέρο παπού, και να το ξέρεις. Κανένας δεν το ξέρει, μα σένα το εξομολογούμαι και γι αυτό οι βρισιές και οι δόξες δεν μπορούν να με θίξουν. Έχω το νου μου στο Αφεντικό που κουβαλάω. Ξέρεις την ιντιάνικη παροιμία; Όποιος καβαλικεύει τίγρι δεν μπορεί να ξεπεζέψει. Μα εγώ έπαθα ακόμη χειρότερο, τίγρι που με καβαλικεύει»…

Όσον αφορά τα έργα που ετοίμαζε, μας λέει ο κ. Φανουράκης ότι «Η Αναφορά στον Γκρέκο» σχετίζεται με την ανδρική ηλικία του συγγραφέως. Επρόκειτο να γράψη και κάτι άλλο με θέμα τα φοιτητικά του χρόνια. Όταν του έγραφα πως ήθελα να τον ξαναδώ πριν πεθάνωμε μου απαντούσε να κάνω υπομονή. Έχουμε καιρό. «Θα αποθάνω σαν γίνω 85 χρόνων, μήνα Μάιο». Και πρόσθετε ότι λαχτάρα του ήταν να έλθη στην Κρήτη, στις Μελέσες, στο κτήμα μου και να ξαναζήσωμε τις ωραίες μέρες που περάσαμε εκεί σαν φοιτητές.

Ουδεμία απαισιοδοξία ή κάμψι από την αρρώστια του. Απόδειξι άλλωστε τα έργα που έγραφε τα τελευταία χρόνια.

Αφ’ ότου όμως έφυγε για τη Μόσχα- Πεκίνο- Ιαπωνία, άλλαξαν τα πράγματα. Αν αληθεύει ότι πήγε παρά την γνώμη των γιατρών, τότε θα πη πως πήγε για να αυτοκτονήση, πως εκεί τον έσπρωχνε ο αφέντης του που ανέφερε παραπάνω. Ιδού τι μου γράφει από τη Μόσχα στις 20-6-57. «….Αποχαιρετώ τα πάντα, τα πάντα μ’ αποχαιρετούν, νεβερμόρε!! Το παραμύθι παίρνει τέλος».

Και κατόπιν από τη Νάρα της Ιαπωνίας την 1-8-57: «Αύριο φεύγω για την Αλάσκα- μικρός είναι ο κόσμος- μεγάλη η ψυχή του ανθρώπου. Σε συλλογούμαι από την άκρα του κόσμου και λέω: «Άραγε θα ξαναϊδωθούμε;»»

Προσθήκη σχολίου

Η διεύθυνση mail σας ΔΕ θα εμφανιστεί