Ο υπουργός Υγείας Αδωνης Γεωργιάδης πανηγυρίζει για την πορεία του Ταμείου Ανάκαμψης, μιλώντας για επενδύσεις 1 δισ. ευρώ στο ΕΣΥ και για απορρόφηση 615 εκατ. μόνο μέσα στο 2025, με υπέρβαση στόχων κατά 22%. Δημιουργεί έτσι ένα αφήγημα επιτυχίας, στο οποίο το δημόσιο σύστημα υγείας παρουσιάζεται διαρκώς αναβαθμισμένο και θωρακισμένο. Μακριά από τις δηλώσεις και τα νούμερα, η πραγματικότητα στα νοσοκομεία είναι αμείλικτη και γκρεμίζει τις κυβερνητικές εξαγγελίες. Γιατί στο ΕΣΥ των ασθενών η «αναβάθμιση» δεν μετριέται σε δελτία Τύπου, αλλά στην έγκυρη διάγνωση, την ασφάλεια και την ουσιαστική περίθαλψη.
Χωρίς τομογράφο
Αρκεί μια ματιά στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο για να καταρρεύσει η εικόνα ενός «αρτίως λειτουργικού» ΕΣΥ. Οχι μέσα από στατιστικές και γραφιστικές παρουσιάσεις, αλλά μέσα από την καθημερινότητα ενός μεγάλου δημόσιου νοσοκομείου που καλείται να εξυπηρετήσει χιλιάδες ασθενείς με εξοπλισμό που αγκομαχά στην καλύτερη περίπτωση – ή απλώς δεν υπάρχει.
Ο Δημήτρης Φλιτζανής, πρόεδρος Ενωσης Εργαζομένων Βενιζελείου, περιγράφει στο Documento χωρίς περιστροφές αυτό που οι κυβερνητικές εξαγγελίες αποφεύγουν: η απορρόφηση κονδυλίων δεν σημαίνει λειτουργικό σύστημα υγείας. Είναι λογιστικό γεγονός, όχι εγγύηση περίθαλψης.
Πίσω από τις ανακοινώσεις για προμήθειες, η πραγματικότητα είναι ότι κρίσιμα ιατροτεχνολογικά μηχανήματα τίθενται εκτός λειτουργίας λόγω παλαιότητας, έλλειψης ανταλλακτικών και ανυπαρξίας συμβάσεων συντήρησης. Οπως επισημαίνει, «στο Βενιζέλειο ο μαγνητικός τομογράφος έχει ξεπεράσει το όριο ζωής του, το εργαστήριο πυρηνικής ιατρικής έχει τεθεί εκτός λειτουργίας, ενώ το ακτινολογικό τμήμα λειτουργεί με ένα μόνο μηχάνημα αποτελώντας σημείο μοναδικής αστοχίας. Παράλληλα, υπάρχουν διαγωνισμοί που σέρνονται επί χρόνια, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο η σωστή διάγνωση και περίθαλψη των ασθενών».
Η κατάσταση επιβεβαιώνεται και από τον επίσημο απολογισμό του νοσοκομείου για το 2025, τον οποίο αποκαλύπτει το Documento. Εκεί καταγράφεται ότι ο μαγνητικός τομογράφος είναι 13 ετών χωρίς πλέον υποστήριξη από τον κατασκευαστή. Το εργαστήριο πυρηνικής ιατρικής του Βενιζέλειου έχει τεθεί εκτός λειτουργίας επειδή το βασικό του μηχάνημα, η γ΄ κάμερα που λειτουργούσε από το 2004, κρίθηκε επισφαλής από την ίδια την κατασκευάστρια εταιρεία. Αυτό σημαίνει ακυρώσεις σπινθηρογραφημάτων και αδυναμία αντιμετώπισης σοβαρών επειγόντων περιστατικών. Την ίδια στιγμή, το ακτινολογικό τμήμα λειτουργεί κυριολεκτικά «στο όριο», με ένα μόνο μηχάνημα που έχει ήδη πραγματοποιήσει περίπου 500.000 εξετάσεις. Οποιαδήποτε σοβαρή βλάβη μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη διακοπή των διαγνωστικών υπηρεσιών. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις προσωπικού στα εν λόγω τμήματα καθιστώντας την κατάσταση ακόμη πιο δυσμενή.
Το αποτέλεσμα; Ακυρώσεις εξετάσεων, αδυναμία αντιμετώπισης επειγόντων περιστατικών και ασθενείς που στέλνονται στο ΠΑΓΝ Ηρακλείου για κρίσιμες διαγνωστικές εξετάσεις. Μια πρακτική που μπορεί να «μπαλώνει» το πρόβλημα στα χαρτιά, αλλά για την υγεία των ασθενών είναι απλώς επικίνδυνη.
Αποτέλεσμα μηδέν
Το παράδοξο είναι ότι τα κενά συνυπάρχουν με προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης που υποτίθεται ότι έχουν στόχο ακριβώς την ενίσχυση του ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού των νοσοκομείων. Στην πράξη όμως η απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό και το αποτέλεσμα παραμένει χαοτική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρόγραμμα για τον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό νοσοκομείων πανελλαδικά, ύψους 163.680 ευρώ, που αφορά την αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης και την αξιολόγηση αναγκών, ενώ έχει ενταχθεί στο Ταμείο από το 2023. Μέχρι σήμερα εμφανίζει μηδενική απορρόφηση, την ώρα που τα προβλήματα είναι καταγεγραμμένα και πιεστικά.
Ακόμη και στο μεγαλύτερο πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης για προμήθεια ιατροτεχνολογικού εξοπλισμού μέσω της ΕΚΑΠΥ, συνολικού ύψους 77,8 εκατ. ευρώ, η εικόνα απέχει από το να χαρακτηριστεί αποτελεσματική. Παρότι περίπου 70 εκατ. ευρώ εμφανίζονται δεσμευμένα, πολλά μηχανήματα δεν έχουν φτάσει ακόμη στα νοσοκομεία. Στο Βενιζέλειο, που καλύπτει κρίσιμες ανάγκες υγείας για την Κρήτη και νησιά των Δωδεκανήσων, η κατάσταση παραμένει αμετάβλητη, με τον αναγκαίο εξοπλισμό να καθυστερεί και βασικές υποδομές να λειτουργούν οριακά.
Οταν ο χρόνος τελειώνει και η κατάσταση παραμένει ίδια, το ερώτημα επιμένει: Για ποια απορρόφηση και στήριξη μιλάμε όταν ένα νοσοκομείο μένει χωρίς βασικά διαγνωστικά εργαλεία;
Πηγή: Documento
