Ηράκλειο, η νεκρή πόλη της σιωπής και των ερειπίων…

Για καιρό, μετά τις σφαγές της 25ης Αυγούστου 1898, το Ηράκλειο ήταν μια νεκρή πόλη…   Οι μισοί χριστιανοί είχαν αφανιστεί και οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να φύγουν κρυφά για να σωθούν.

Δείτε:

«Το Ηράκλειον ως χριστιανική πόλις έσβυσε και χάθηκε το άνθος της ηρακλειώτικης κοινωνίας»

Τ’ Αυγούστου πέντε κ’ είκοσι ήτονε μέρα Τρίτη, σφαγή μεγάλη ’κάμανε στο Κάστρο εις την Κρήτη

Ντοκουμέντο: Η πρώτη φωτογραφία του Ηρακλείου, μετά τις σφαγές της 25ης Αυγούστου 1898

Η άγρια σφαγή εκατοντάδων ανθρώπων στο Ηράκλειο που άλλαξε την ιστορία στην Κρήτη (pics)

Η φωτογραφία που δημοσιεύουμε είναι από την αγγλική “Illustrated London News” της 8ης Οκτωβρίου 1898 και δείχνει όλη την καταστροφή στη σημερινή οδό 25ης Αυγούστου. Στο βάθος είναι η πύλη του μόλου, απ’ όπου ξεκίνησαν τα δραματικά γεγονότα.

Το πρώτο επιτόπιο ρεπορτάζ στα αποκαΐδια του Ηρακλείου, με έντονη ακόμη τη μυρωδιά από τα καμένα και τη σήψη των πτωμάτων, έγινε 13 μέρες μετά τις σφαγές και δημοσιεύτηκε σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, στις 13 Νοεμβρίου 1899, στην εφημερίδα «Ελευθερία» του Ηρακλείου, πιθανότατα ως αναδημοσίευση από κάποια αθηναϊκή εφημερίδα. Το κείμενο μάς δίνει μια εικόνα για την κατεστραμμένη πόλη, ενώ έχομε και την πληροφορία ότι μόνο στο Βεζίρ Τσαρσί (σημερινή 25ης Αυγούστου) κάηκαν 120 καταστήματα.

Από το ρεπορτάζ του δημοσιογράφου – δυστυχώς από το κείμενο δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ποιος ήταν, ούτε εντοπίσαμε κάτι σχετικό στα αθηναϊκά φύλλα εκείνων των ημερών- φαίνεται ακόμη ξεκάθαρα η ανοχή που, ακόμη και μετά τις σφαγές, έδειχναν οι Άγγλοι απέναντι στην κατηγορούμενη, ούτως ή άλλως, τουρκική διοίκηση. Οι Τούρκοι έκαναν ακόμη κουμάντο στην πόλη, ο όχλος έλεγχε  ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε από την πόλη. Ενώ δεν υπήρχε ούτε ένας χριστιανός.

Το ρεπορτάζ έχει τον τίτλο «Εις το αιματοβαμένον Ηράκλειον. Μία επίσκεψις εν τη πόλει 13 ημέρας μετά τας σφαγάς. Πλήρης και αληθής περιγραφή».

 

Ανέφερε λοιπόν το ρεπορτάζ:

«Με το Αυστριακόν ‘‘Αχιλέα’’. Παρέα με μπουλούκια τραμπούκων. Η θέα του Ηρακλείου μακρόθεν. Ο αγγλικός στόλος.

Ο ‘‘Αχιλεύς’’ το αυστριακόν της γραμμής, προερχόμενον εκ Χανίων, μεταφέρον βόας και άλλα εμπορεύματα δια τον αγγλικόν στρατόν του Ηρακλείου, είνε το πρώτον πλοίον εις το οποίον επετράπη να προσεγγίση εις την πόλιν των σφαγών και των λεηλασιών. Συνεπιβάτας είχομεν από τα Χανιά ένα μπουλούκι απαισίων μαχαιροβγαλτών Τούρκων μεταβαινόντων εις Ηράκλειον από τα Χανιά και μερικάς χριστιανικάς οικογενείας τας οποίας παρελάβομεν εκ Ρεθύμνης.

Πρωί πρωί ευρέθην προ του Ηρακλείου. Όταν ανήλθα επί του καταστρώματος, εμέτρησα 8 εν όλω πλοία σταθμεύοντα προ της πόλεως, εκ των οποίων 6 αγγλικά θωρηκτά, με την φοβεράν και τρομεράν ναυαρχίδα «Εκδίκησιν» έχουσαν εστραμμένα τα τηλεβόλα της κατά της πόλεως, εν αυστριακόν και εν άλλο αγγλικόν μεταγωγικόν, όπερ είχε καταπλεύσει προ ολίγων ημερών κομίσαν στρατόν.

Η πόλις ηπλούτο προ ημών εν όλη τη γραφική ιδιορρυθμία της, με τους υψηλούς μιναρέδες ανατείνοντας τας αιχμηράς κορυφάς των προς τον ανέφελον ουρανόν, με στίλβοντας του τρούλους των τζαμίων. Πέραν εις το βάθος διεκρίνοντο αι κατασκηνώσεις του αγγλικού στρατού επί των τειχών προς την εξοχήν και δια του τηλεσκοπίου έβλεπε τις καθαρώς εδώ και εκεί τα ερείπια πυρποληθεισών οικιών, τοίχους ετοιμορρόπους με παράθυρα χαίνοντα, μαυρισμένους εκ των φλογών, και μίαν ζωηράν αντίθεσιν προς τας πέριξ λευκάς οικίας.

 

Απερίγραπτος συγκίνησις

   Επί μίαν ή δύο ώρας – εφθάσαμεν εις τας 6 το πρωί- έμενα χάσκων και με απερίγραπτον συγκίνησιν επί του καταστρώματος, θεώμενος περιέργως την κοιμωμένην ακόμη πόλιν ήτις εξηγνίζετο και απεκαθαίρετο υπό την ευδίαν της ωραίας πρωίας εκ του αίματος των τουρκικών εκατομβών. Προσεπάθουν να διεισδύσω εις το μυστήριον της απλουμένης προ εμού λευκότητος∙ τι να συνέβαινεν άρα γε εκεί μέσα; Και εφανταζόμην τον τουρκικόν εκείνον συρφετόν απόλυτον κυρίαρχον των εγκαταλελειμένων χριστιανικών περιουσιών, δηούντα τας οικίας, ανασκαλεύοντα τα ερείπια, μυκτηρίζοντα και πολιτισμόν και δίκαιον και ισχύν και βίαν.

Ο χαιρετισμός της Αγγλικής σημαίας

    Και εκ της μελαγχολικής ρέμβης εις ην με εβύθισε το απερίγραπτον εκείνο θέαμα, με εξήγαγε εξαίφνης μία συναυλία ναυτικών συριγμάτων επί των πέριξ θωρηκτών. Ο ήλιος ανέτελλε πίσω από το μεγαλοπρεπές ύψωμα όπισθεν του οποίου εμαντεύοντο αι υπερήφανοι Αρχάναι και η Αγγλική σημαία ανυψούτο εις αγέρωχον κυματισμόν επί των ιστών εν αποθεώσει μουσικής και ιαχών.

Δύσκολος θέσις. Άνευ διαβατηρίου. Ο λιμενάρχης Ηρακλείου

Μίαν τοιαύτην δυσκολίαν ως εκείνη ήτις μου παρουσιάσθη όταν ηθέλησα να εξέλθω εις την πόλιν ομολογώ ότι δεν την προείδα. Δεν είχα φροντίσει να εφοδιασθώ με διαβατήριον από τα Χανιά. Αλλ’ ούτε καν με άδειαν εσκέφθην να εφοδιασθώ από το εν Χανίοις αγγλικόν προξενείον. Αφήνω λοιπόν να φαντασθήτε την απογοήτευσίν μου, όταν ο Τούρκος λιμενάρχης Ηρακλείου, ένας προγάστωρ αξιωματικός, κοντός κοντός, με τας σάρκας των παρειών χαλαρώς κρεμαμένας, ανελθών επί του ατμοπλοίου εν θριαμβευτική συνοδεία λέμβων, εξ ων εκάστη ήγετο υπό εξ τουλάχιστον απαισίας μορφής λεμβούχων, απηυθύνθη προς τους παρά την κλίμακα συνηθροισμένους Οθωμανούς συνεπιβάτας, τους μόνους προωριζομένους δια το Ηράκλειον και τους ηρώτησε:

-Πόσοι είσαστε;

-Σαράντα.

-Έχουμε. Όλοι να μου λέτε τα ονόματά σας.

Και ήρχισεν η λεπτομερής καταγραφή των ονομάτων του τουρκικού συρφετού, όστις εν τω μεταξύ ετοιμαζόμενος επεβιβάζετο εις τας λέμβους.

Παράκλησις προς Τούρκον λεμβούχον.

-Δεν κάνει να βγης του λόγου σου έξω, αφεντικό.

Διβατήριον λοιπόν εγώ δεν είχα και οι Τούρκοι φυσικά θα μου απηγόρευον την έξοδον εις την πόλιν. Εις τας κρισίμους περιστάσεις χρειάζεται θάρρος και θάρρος μέγα και ακλόνητος επιμονή. Διασχίζω το επί της κλίμακος συνωστιζώμενον πλήθος, όπερ εξηκολούθει κατά τον χρόνον τούτον επιβιβαζόμενον ησύχως εις τας λέμβους, πλησιάζω ένα λεμβούχον και του απευθύνω τον λόγον.

-Θέλω να βγω στο Ηράκλειο. Θα σε καλοπληρώσω.

Ο Τούρκος με εκύτταξε περιέργως. Έπειτα μετά τινών στιγμών σιωπήν.

-Δεν κάνει να βγης του λόγου σου, αφεντικό, μου απάντησε περιεργαζόμενος με από κεφαλής μέχρι ποδών.

-Γιατί δεν κάνει;

-Να δεν κάνει∙ έχεις διαβατήριο;

Μια φωτεινή ιδέα. Έχω να δώσω γράμμα εις τον Εντέμ πασσά

Μια φωτεινή ιδέα μου επήλθε.

-Να σου πω, του λέγω, θέλω να δω τον διοικητή, τον Εντέμ πασσά. Έχω να του δώσω ένα γράμμα από τα Χανιά.

Εις το όνομα του Εντέμ πασσά, πάσα δυσκολία ήρθη, μου επετράπη να κατέλθω, ερρίφθην εις την λέμβον εν τω μέσω στίφους Τούρκων συνεπιβατών, εστριμώχθην μεταξύ των, έλαβον θέσιν απέναντι ενός απηληθιωμένου  εκ του γήρατος αράπη, γρυλλίζοντος ως χοίρος μεταξύ των λευκών οδόντων του και μορφάζοντα εις βαθμόν κινούντα τον έμετον.

Επί της προκυμαίας του Ηρακλείου

   Εις την προκυμαίαν βρίθουσαν Τούρκων, ων η παρουσία μου εν τη λέμβω εξήγειρε την άμετρον περιέργειαν, επί στιγμήν εφοβήθην τας αυτάς διατυπώσεις τας οποίας και επί του ατμοπλοίου. Δύο Τούρκοι τσαούσηδες, καθήμενοι πέριξ μιάς τραπέζης υπό τον καίοντα ήδη ήλιον, έκραζον ονομαστί όπως εξέλθη ένας έκαστος των συνεπιβατών μου.

Ο λεμβούχος μου τότε ανυπομονήσας απηυθύνθη προς τον τσαούσην.

-Το αφεντικό απ’ εδώ θέλει να δη τον πασά. Ας το να βγη.

-Καλά, ας κοπιάση.

Δι ενός πηδήματος ευρέθην εις την παραλίαν, έδωκα ψευδές όνομα εις τον τσαούσην, όστις το κατέγραψε και εκύτταξα τριγύρω μου. Ευρισκόμην προ του τελωνείου ακριβώς εις το μέρος όπου προ ολίγων ημερών διεδραματίσθη η αγρία κατά των Άγγλων επίθεσις του όχλου όστις τώρα με περιστοίχιζε!

Εν συνοδεία κλητήρος. Ουδέν ίχνος

Χριστιανού, αλλά Τούρκοι, Τούρκοι, Τούρκοι

    Ο Τούρκος τσαούσης είχε την καλωσύνην να θέση εις την διάθεσίν μου ένα κλητήρα όπως με συνοδεύση εις του πασά. Όταν εξεκίνησα εν τω μέσω αληθούς αποθεώσεως περιεργείας, υπό τα πανταχόθεν διασταυρούμενα βλέμματα του κατακλύζοντος την προκυμαίαν συρφετού, εκύτταξα τριγύρω και μου δια να ίδω μήπως ανακάλυπτα που ίχνος ευρωπαίου, άγγλου, χριστιανού. Αλλ’ ούτε ψυχή ζώσα! Παντού Τούρκοι, Τούρκοι, Τούρκοι! Ένας χείμαρρος από κόκκινα φέσα κόκκινα ζωνάρια, μαύρες βράκες! Χείμαρρος ακράτητος, εκχυνόμενος από την μεγάλην πύλην του φρουρίου, πλημμυρίζων την παραλίαν κυκλοφορών καθ’ όλας τας διευθύνσεις, άλλοι συνομιλούντες καθ’ ομίλους, περιδιαβάζοντες κατά μόνας, άλλοι εξηπλωμένοι επάνω εις τις πλάκες και ψηνόμενοι υπό τον καίοντα ήλιον, όλοι πένθιμοι, στυγνοί, μελαγχολικοί, κατηφείς, απογοητευμένοι, απηλπισμένοι. Διότι και αυτοί υπέφεραν εκ της φρικώδους καταστάσεως την οποίας εδημιούργησαν.

Όλα τούρκικα. Ερείπια επί ερειπίων.

Αχ τα σκυλιά τι κάμανε

  Δειρχόμενος διά της προκυμαίας εν συνοδεία του Τούρκου κλητήρος, διήλθον δια των μαυριζόντων ερειπίων πέντε ή έξ πυρποληθέντων μαγαζίων.

-Τι ήταν αυτά; Χριστιανικά; Ερωτώ.

-Τούρκικα, μοι απαντά.

Την αυτήν απάντησιν έλαβον και κατόπιν, όταν διελθών δια της πύλης του λιμένος, ευρέθην αίφνης εις την πυρποληθείσαν μεγάλην αρτηρίαν του Ηρακλείου, το Βεζίρ Τσαρσί. Μία δριμεία οσμή καήλας μου εκάθησεν αμέσως εις τον λαιμόν, μόλις ευρέθην ενώπιον των πρώτων ερειπίων. Βαδίω σκοντάπτων δεξιά και αριστερά επί λίθων, επί τεμαχίων απηνθρακωμένων ξύλων. Δεξιά και αριστερά εκτείνεται απέραντος η σειρά των μαυρισμένων εκ των φλογών τοίχων, εξ ων άλλοι άρτιοι, άλλοι ετοιμόρροποι, τινές καταρρέοντες, οι πλείστοι ημικατεστραμμένοι.

-Να εδώ ήταν το ισπανικόν πρξενείον, μού εξηγεί ο συνοδός μου εκεί το γερμανικόν.

Και εις την ερώτησιν μου αν όλα εκείνα τα καταστήματα ήσαν χριστιανικά, ο Τούρκος κλητήρ απαντά αναλλοιώτως.

-Τουρκικά, όλα τουρκικά!

Κάποτε αφέθη και εις έκφρασιν λύπης δια το μέγεθος της συντελεσθείσης καταστροφής, εις μίαν ερώτησιν μου περί του τίνες άρα γε να ήσαν οι ένοχοι τόσης συμφοράς.

-Ο άγιος Θεός το ξέρει! Αχ τα σκυλιά τι κάμανε!

Γλαύκας επί ερειπίων και κόρακες επί πτωμάτων

   Τούρκοι στρατιώται καθαρίζουν τους δρόμους, ανοίγουν διάβασιν.

-Τόσες μέρες δουλεύουν, μού επεξηγεί ο συνοδός μου, και ακόμη να ξεσκάψουν τον δρόμο!

Και μέσα εις τα ερείπια, ως κόρακες επί πτωμάτων, ο όχλος ανασκαλεύει, ανασκάπτει, ψάχνει από πρωίας μέχρι νυκτός με την ελπίδα μη τυχόν παρέμεινε τι άθικτον εκ της πυρκαϊάς. Μια τούρκισα γραία, φλυαρούσα από του ύψους ενός τοίχου προς ένα όμιλον Τούρκων κάτω εις τον δρόμον, μου κάμνει την εντύπωσιν απαισίας γλαυκός κρωζούσης επί ερειπίων. Και από του δρόμου διαρρέει πάντοτε το αυτό κύμα των Τούρκων όπερ συνήντησα εις προκυμαίαν, εκχυνόμενον δια της ζοφεράς πύλης κάτω εις τον λιμένα. Ένας τελάλης υψηλός, ξεραγκιανός, διαλαλεί εν μέσω των ερειπίων, εις είδος εσχάτης ειρωνίας την διαταγήν του πασσά προς του Τούρκους να σπεύσουν να παραδώσουν και σήμερον τα όπλα.

-Διαταγή από το κονάκι, όσοι έχετε άρματα να τα πηγαίνετε και σήμερα στον πασσά.

Θέαμα πένθους και καταστροφής

   Και παρερχόμεθα, παρερχόμεθα προ των ερειπίων, μέσα εις την ζωηράν κίνησιν του δρόμου, εις τον χείμαρροντου πολυποικίλου και γραφικού εκείνου πλήθους. Εις τον δρόμον μετρώ ερείπια, προσπαθώ να ξεχωρίσω τους τοίχους, να διακρίνω τα οροθέσια άτινα συνέχισε η πυρκαϊά. Και όταν παρήλθον τα ερείπια, όταν έφθασα εις την πλατείαν του Διοικητηρίου, είχα μετρήσει 120 εν όλω κτίρια πυρποληθέντα μόνον εις το Βεζίρ Τσαρσί».

 

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

* Το email σας δεν θα εμφανιστεί