Από τα πιο εντυπωσιακά έθιμα του Δεκαπενταύγουστου: Οι ιερές πορείες των παλιών Κρητικών

Φωτογραφία: Κρήτη 1955- © Erich Lessing/Magnum Photos

Του Νίκου Ψιλάκη- karmanor.gr

Είναι από τα πιο εντυπωσιακά έθιμα του ελληνικού Δεκαπενταύγουστου, σπάνιο σήμερα μα χαραγμένο στη μνήμη όσων πρόλαβαν να το ζήσουν στην αρχέγονη μορφή του. Ο λόγος για τις ιερές πορείες των παλιών Κρητικών, τις πολυήμερες διαμονές σε τόπους σημαδεμένους από την αρχέγονη πίστη, την αναζήτηση της γαλήνης που πρόσφερε η μοναξιά μα και της παραμυθίας που πρόσφερε η συναναστροφή με άλλους ανθρώπους. Μέσα σε λίγα λεπτά οι άγνωστοι γίνονταν φίλοι κι ξένοι γίνονταν δικοί· μοιράζονταν κοινά καταλύματα, μοιράζονταν τα αγαθά που κουβαλούσε καθένας, περνούσαν τα βράδια βεγγερίζοντας κάτω από τον ατάραχο ουρανό του Αυγούστου.

Μυστήριο μέγα η έλξη που ασκούσαν πάντα κάποιοι τόποι στον άνθρωπο. Μοιάζουν με ορόσημα στον ατέρμονα χώρο και με καμπές στον κύκλιο χρόνο. Κινούσαν ακόμη κι από μέρη μακρινά οι άνθρωποι, συνάζονταν, έσμιγαν τα θυμιάματα, όπως έσμιγαν οι προσευχές κι οι ελπίδες.

Συναίρεση των εποχών θυμίζουν οι λατρευτικές διαδρομές του Αυγούστου. Σκέφτομαι πως έτσι γινόταν πάντα σε τούτον τον τόπο. Κινούσαν οι Μινωίτες κι ανηφόριζαν στα Ιερά Κορυφής, κατέκλυζαν τα Ιερά των Αλσών, ίσως να λάτρευαν κι αυτοί τη δική τους Μεγάλη Μητέρα, εκείνη που γέννησε τον Νεαρό Θεό της ζωής και της βλάστησης. Κινούσαν οι Έλληνες των αρχαϊκών και των κλασικών χρόνων, κινούσαν οι Βυζαντινοί, πάντα υπήρχαν τόποι – σύμβολα, Ολυμπίες και Ελευσίνες, Άγιοι Τόποι, Ιεροσόλυμα και Γολγοθάδες, Παναγιές σαν την Εκαντοπυλιανή, σαν την Ευαγγελίστρα της Τήνου, σαν την Καλυβιανή της Κρήτης, την Παναγιά του Κουδουμά, τη Φανερωμένη…

Δεκαπεντάρισμα και δεκαπέντισμα ονομάζεται το έθιμο στην Κρήτη…

Μεταφέρω κι εδώ δυο παλιότερα κείμενά μου. Το ένα είναι λαογραφικό, παρμένο από το βιβλίο «Λαϊκές Τελετουργίες στην Κρήτη», το άλλο λογοτεχνικό, παρμένο από το μυθιστόρημα «Δυο φεγγάρια δρόμο». Αρχίζω από το δεύτερο. Εδώ ο ιερός τόπος είναι ορεινός. Ονομάζεται Γερακιώτισσα. Τόπος άγριος, όλο γκρεμνά και βράχια. Και γεράκια που δώσανε κάποτε την ονομασία σ’ έναν αρχαίο σπηλαιώδη ναό.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ «ΔΥΟ ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΔΡΟΜΟ» (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

[…]

– Λέω να πάμε φέτος να δεκαπενταρίσομε στη Γερακιώτισσα. Την ξεχάσαμε μόνη κι έρημη την κακομοίρα την Παναγιά εκεί στα βουνά και στα κατάραχα…

Και πράγματι, ξεχασμένη ήταν η θεόκτιστη εκκλησιά όλο το χρόνο. Παναγία ή Καταφυγή ήταν η επίσημη ονομασία της, αλλά οι Ανεγνωρίτες την έλεγαν πότε Γερακίτισσα και πότε Γερακιώτισσα. Δύσκολος ο δρόμος, στενά μονοπάτια που περνούσαν πάνω από γκρεμούς και δίπλα από καταβόθρες οδηγούσαν ως εκεί. Τις περισσότερες μέρες του χειμώνα ο τόπος ήταν σκεπασμένος με χιόνια.

[…] Ο ήλιος δεν είχε μεσουρανίσει όταν είδαν από μακριά το μεγάλο γκρεμό της Καταφυγής. Ο βράχος ήταν κομμένος κάθετα, μόνο κάμποσα μικρά σπηλιαρίδια, απάτητα από ανθρώπινο πόδι, διέκοπταν το γκριζοκόκκινο χρώμα του· άλλα πετούμενα δεν τολμούσαν να φωλιάσουν σε τούτους τους αγριότοπους εκτός από αετούς και γεράκια. Το σπήλιο της Παναγιάς βρισκόταν σ’ ένα μεγάλο πέτρινο πλάτωμα περιτριγυρισμένο με βράχους και κοτρώνες.

[…] Δεν είχαν παπά εκείνη τη χρονιά, όπως και όλες τις προηγούμενες. Περίμεναν, όμως, έναν ερημίτη από τα ασκηταριά του Νότου, τον Πορφύριο. Παλιοημερολογίτης λέγανε πως ήταν, αλλά δεν τον πείραζε να λειτουργήσει και με το καινούργιο καλεντάρι. «Καλά που βρέθηκε κι αυτός», είπε μια μεσόκοπη από το Μαραθιά, «γιατί αλλιώς θα κάναμε Δεκαπενταύγουστο μοναχοί μας».

Τρεις μέρες πριν τη μεγάλη γιορτή τον είδαν να ανηφορίζει το πιο απόκρημνο μονοπάτι, αυτό που φαινόταν λαξευμένο στο βράχο και περνούσε μέσα από κακοτοπιές και φαράγγια, τα πιο άγρια τούτων των βουνών. Οι προσκυνητές ξαφνιάστηκαν· καλόγερος ήταν τούτος ή ξωτικό; Ψηλός κι αδύνατος σαν τηλεγραφόστυλος, με μάγουλα βουλιαγμένα στο κρανίο· πετσί και κόκαλο. Φορούσε ένα μαύρο ένδυμα· ράσο ήταν κάποτε, αλλά από το πολυκαίρισμα είχε λιώσει. Ούτε μπαλώματα σήκωνε πια ούτε σουλούπωμα. Περπατούσε και κρέμονταν οι κλωστές και τα σκισμένα κομμάτια, ανέμιζαν τα κουρέλια. Φορούσε κι έναν καλογερικό σκούφο, έναν καρναβά· παλιός ήταν κι αυτός, τρυπημένος. Τα γένια του έφταναν ως τη μέση κι έκρυβαν το μισόγυμνο στήθος που πρόβαλε από τις τρύπες του ράσου. Το ίδιο και τα στιβάνια. Ήταν φαγωμένες οι μύτες και φαίνονταν τα δάκτυλά του· είχαν ματώσει τ’ ακρόνυχα καθώς ο λιπόσαρκος ασκητής περπατούσε ανάμεσα στις κοφτερές πέτρες και τους θάμνους. Ακουμπούσε σε ένα μακρύ ραβδί, το κρατούσε από τη μέση και βάδιζε σχεδόν τρικλίζοντας· ήταν σαν να τον έπαιρνε ο αέρας.

Τον περίμεναν με λαχτάρα οι δεκαπεντιστάδες· πριν από τέσσερα χρόνια είχε πρωτοέρθει κι όσοι τον γνωρίσαν τότε τον είχαν περάσει για άγιο. Ο Φρίξος, που σπάνια έλειπε από την αυγουστιάτικη σύναξη της Καταφυγής, τον είχε παρακαλέσει να έρχεται κάθε χρόνο. Αλλά όταν κατάλαβε πως ήταν δύσκολο να κάνει τόσο δρόμο με τα πόδια, υποχώρησε· «δεν πειράζει, πάτερ, ας έρχεσαι κάθε δεύτερη χρονιά, εμείς θα σε περιμένομε».

Έτρωε λίγο ο Πορφύριος, «σαν το πουλάκι»· κοιμόταν λίγο κι από τα μεσάνυχτα έμπαινε στο σπήλαιο κι έψαλλε. Κανείς δεν μπορούσε να ακολουθήσει τέτοιους ρυθμούς στη ζωή του· δεν του άρεσε του ασκητή να ψάλλει και να δοξολογά μόνος του. Το ξεκαθάρισε από την πρώτη βραδιά.

– Ο Θεός μάς ακούει καλύτερα όλους μαζί, ενώνονται οι φωνές, φτάνουν πιο γρήγορα στα αυτιά του. Να πάτε νωρίς στις κοιμηθιές σας γιατί θα ξυπνήσομε τα μεσάνυχτα. Δεν έχω καμπάνα να παίξω, αλλά βρήκα ένα σανίδι, θα το πελεκήσω λίγο και θα το κάμω σημαντήρι. Κοιμηθείτε ξέγνοιαστοι, εγώ θα σας ξυπνήσω.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα άρχισε να χτυπά ρυθμικά το σανίδι· κανείς δεν ξυπνούσε. Πήγε στις πόρτες των καλυβιών, ξαναχτυπούσε. Άρχισε να φωνάζει, δεν ήξερε ονόματα, πήρε πέτρες, χτυπούσε σε ξύλα και χαράκια. Ο αντίλαλος ήταν τρομερός μέσα στην απόλυτη σιγή της νύχτας.

– Σηκωθείτε, νοικοκυραίοι, η Παναγία σας περιμένει. Εσείς είστε οι άγγελοι εκ περάτων, εσείς ήρθατε για το ξόδι της. Μοναχή θα την αφήσετε απόψε;

Σηκώθηκαν τρίβοντας τα μάτια τους.

Το επόμενο βράδυ ο καλόγερος άρχισε να αγριεύει· έμπαινε στα καλύβια και στα σπήλαια, τους ξυπνούσε με το ζόρι.

 

ΑΠΟ ΤΙΣ «ΛΑΪΚΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ»

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΡΗΔΕΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ: ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ «ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΠΕΡΑΤΩΝ»:

Είναι οι προσκυνητές εκείνοι που από την τελευταία μέρα του Iουλίου εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, άλλοτε οικογενειακώς, άλλοτε μεμονωμένα, για να εγκατασταθούν σε κάποιο μοναστήρι της Παναγιάς ή σε κάποιο ιερό προσκύνημα, όπου διαμένουν μέχρι το απόγευμα της 15ης Αυγούστου. Παλιότερα το έθιμο των δεκαπεντάρηδων ήταν το πιο χαρακτηριστικό του Δεκαπενταύγουστου και μπορούσε να το συναντήσει κανείς ιδιαιτέρως στην Κρήτη και στα νησιά, πιθανώς και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Στις μέρες μας το έθιμο της προσωρινής αυγουστιάτικης διαμονής σε ιερούς χώρους τείνει να εξαφανιστεί· ελάχιστα πλέον είναι τα μοναστήρια και τα ξωκλήσια της Κρήτης που κατακλύζονται από τους ιδιότυπους προσκυνητές του 15αύγουστου. Ανάμεσά τους είναι ο ονομαστός ναός της Παναγίας της Xαρακιανής στην παραλία κοντά στο Mπαλί Mυλοποτάμου, ο σπηλαιώδης ναός του Mαρτσάλου – παλιό ερημητήριο κοντά στη Mονή Oδηγητρίας στα νότια παράλια του Hρακλείου, το μοναστήρι του Kουδουμά στην ομώνυμη παραλία του Λιβυκού, το μοναστήρι της Παναγιάς της Bρυωμένης στους Mεσελέρους Iεραπέτρας, το Μοναστήρι της Φανερωμένης στα Γουρνιά, το Μοναστήρι της Φανερωμένης στη Σητεία και άλλα. Στη Μονή Παλιανής το δεκαπέντισμα ήταν μάλλον διαφορετικού τύπου. Στο αρχαίο αυτό μοναστήρι, κοντά στο Βενεράτο, στο δρόμο Ηρακλείου – Μεσαράς, φιλοξενούνταν περισσότερο αστοί από το Μεγάλο Κάστρο, μια και βρισκόταν κοντά στην πόλη. Συνήθως η μονή πρόσφερε φιλοξενία για θερινή ανάπαυση στους ευεργέτες και δωρητές της, δεδομένου ότι αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα κατά καιρούς. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι διαμένοντες εκεί δεν συμμετείχαν στη ζωή της Μονής. Απλώς, δεν υπήρχε πάντα το στοιχείο της αφιέρωσης, χαρακτηριστικό γνώρισμα άλλων περιοχών, όπως – για παράδειγμα – συνέβαινε στον Κουδουμά, στον Μάρτσαλο, στο Κεφάλι (χαμηλή κορυφή των δυτικών Αστερουσίων, κοντά στη Μονή Οδηγήτριας, όπου διέμεναν μέχρι πρόσφατα – κάτω από δύσκολες συνθήκες – δεκαπεντάρηδες) κ.α.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, που βρέθηκε η εικόνα της Παναγιάς της Καλυβιανής, το μεγάλο αυτό προσκύνημα της Μεσαράς άρχισε να προσελκύει πλήθη προσκυνητών και δεκαπεντάρηδων. Καθώς η εποχή ήταν δύσκολη (η Κρήτη ήταν ακόμη οθωμανική επαρχία) η επίσημη διοίκηση του νησιού αντέδρασε με βίαιο τρόπο μπροστά στην γεγονός. Οι άνθρωποι που πήγαιναν στην Καλυβιανή για να μείνουν το πρώτο 15θήμερο του Αυγούστου αντιμετώπιζαν την εχθρική στάση της οθωμανικής αστυνομίας. Καθώς ο ήλιος του Αυγούστου είναι πιο καυτός στον κάμπο, τους εμπόδιζαν ακόμη και να κάθονται κάτω από τα δέντρα!

[…] H σχεδόν κοινοβιακή οργάνωση των προσκυνητών στις λατρευτικές εξορμήσεις του 15αύγουστου παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. H περιορισμένης διάρκειας παραμονή σ’ αυτούς τους χώρους συνδυάζει τη λατρεία με την ψυχική ανάταση, αλλά και την εθελοντική προσφορά εργασίας υπέρ του ιερού καθιδρύματος στο οποίο φιλοξενούνται οι δεκαπεντάρηδες. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαμονή σε τέτοιους χώρους ήταν (και είναι, στις περιπτώσεις που τηρείται το έθιμο) η συμμετοχή στη ζωή της εκκλησίας. Μεταξύ των οικογενειών που συμμετέχουν στο κοινό προσκύνημα διαμένοντας στον ίδιο χώρο αναπτύσσονται συνήθως ισχυροί φιλικοί δεσμοί, ακόμη και δεσμοί πνευματικής συγγένειας (κουμπαριές, συντεκνιές) και στις περισσότερες περιπτώσεις οι αυγουστιάτικες προσκυνηματικές εξορμήσεις επαναλαμβάνονται από τα ίδια πρόσωπα ή από άτομα των ιδίων συγγενικών ομάδων.

Στη ζωή των λατρευτικών ομάδων του 15αύγουστου παρατηρείται μια σύντομη όσο και ιδιότυπη συμβίωση, ένα είδος κοινοβιακής ζωής που ρυθμίζεται με βάση τον εορταστικό κύκλο αυτών των ημερών. Ξυπνούσαν πολύ πρωί, σε μερικά προσκυνήματα ακόμη και στις τρεις τα ξημερώματα, και πήγαιναν στην εκκλησία για τον Όρθρο. Το πρωί άρχιζε η προετοιμασία του μεσημεριανού φαγητού, ύστερα από την κοινή προσφορά καφέ ή ροφήματος στην τράπεζα της μονής, ή από καζάνι στον περίβολο του προσκυνήματος. Το ρόφημα αυτό παρασκευαζόταν συνήθως από τα αρωματικά βότανα της κάθε περιοχής (δίκταμος, αντωναΐδα, μαλοτήρα κ.α). Το ίδιο καζάνι με τα “βραστάρια” στηνόταν και το βράδυ, μετά την παράκληση. Το φα-γητό των δεκαπεντιστών ήταν λιτό. Ψωμί και ελιές, άφθονα φρούτα, αλλά και λαχανικά: βλίτα, κολοκύθια βραστά, γλιστρίδα σαλάτα, ντομάτα και αγγούρι σαλάτα, κηπευτικά γιαχνί, πατάτα βραστή, “ξενικό” (καλαμπόκι) βραστό, αλλά και ιδιότυπες σούπες (καλογερόσουπα, ντοματόσουπα με χόντρο ή ρύζι κ.α.) Πρέπει να τονίσομε, όμως, ότι όπου υπήρχε μοναστική κοινότητα αυτή λειτουργούσε ανεξάρτητα από τους δεκαπεντάρηδες, προσηλωμένη στα λατρευτικά και στα άλλα καθήκοντά της.

Το γεύμα και το δείπνο μπορούσαν να είναι κοινά είτε για μερικές οικογένειες, είτε για ολόκληρο τον όμιλο των δεκαπεντιστών. Σε πολλές περιπτώσεις η κάθε οικογένεια παρασκεύαζε το φαγητό της και το πήγαινε στην κοινή τράπεζα του μοναστηριού. Εκεί “όλα ήταν για όλους”. Όταν ο λατρευτικός όμιλος δεν ήταν πολύ μεγάλος, η κάθε οικογένεια πρόσφερε τα εφόδιά της σε κοινή αποθήκη, κάθε μέρα μαγείρευαν διαφορετικές γυναίκες και το δείπνο ακολουθούσε τα πρότυπα του κοινοβιακού μοναστικού βίου. Υπήρχαν, όμως, και περιπτώσεις πλουσίων μοναστηριών όπου το φαγητό των δεκαπεντιστών προσφερόταν από το ίδιο το μοναστήρι.

Όταν ήταν “ψαροφαγιά”, όταν δηλαδή επιτρεπόταν η κατανάλωση ψαριού (π. χ. 6η Aυγούστου ), το ψάρι προερχόταν από τη βάρκα της μονής, όπου, βέβαια, υπήρχε βάρκα και όπου οι γεωγραφικές συνθήκες το επέτρεπαν (παραλιακά μοναστήρια). Στη Mονή Kουδουμά υπήρχε και μοναχός επιφορτισμένος ειδικά με το διακόνημα της αλιείας. Στις “ψαριές” του Kουδουμά συμμετείχαν και οι δεκαπεντιστές, αφού συνήθως το τραπέζι της ημέρας του Xριστού ήταν κοινό και προσφερόταν μια ιδιότυπη κακαβιά που έβραζε μέσα σε μεγάλο καζάνι.

Σε προσκυνήματα όπου δεν υπήρχαν κελλιά ούτε οργανωμένο μοναστήρι το οποίο να αποτελέσει και οργανωτικό πρότυπο για τους προσκυνητές, λειτουργούσαν οι κανόνες που ίσχυαν στην καθημερινή ζωή: κάθε οικογένεια ετοίμαζε το φαγητό της, αλλά ήταν σχεδόν υποχρεωμένη από τους ακατάλυτους εθιμικούς κανόνες να προσφέρει «σκουτελικό» σε κάποιες άλλες. Στο ασκηταριό του Μαρτσάλου, όπου δεν υπήρχαν ούτε ανέσεις ούτε χώρος για αρκετές παραστιές, ευρύτερες οικογενειακές ή φιλικές ομάδες έστηναν από κοινού το καθημερινό τσικάλι. Σε πολλές περιπτώσεις ίσχυαν οι κανόνες κοινωνικής οργάνωσης των κοινωνιών της υπαίθρου. Δηλαδή η γειτονιά του χωριού αποτυπωνόταν και στο δεκαπεντάρισμα. Οι γείτονες του χωριού ήταν γείτονες και στο μοναστήρι.

Οι απογευματινές ή βραδινές συναθροίσεις περιείχαν και πάλι το στοιχείο της κοινής συμμετοχής, καθώς όλοι σχεδόν ψέλλιζαν τις παρακλήσεις προς τη Θεοτόκο “διάσωσον από κινδύνων…” Κανείς από τον λατρευτικό όμιλο δεν τολμούσε να απουσιάσει. Τα αναμμένα κεριά στα χέρια των προσκυνητών, που όταν ο ναός ήταν μικρός και δεν χωρούσε τα κρατούσαν στον περίβολο, δημιουργούσαν ωραίες εικόνες πριν ξημερώσει ή και μετά τη δύση του ηλίου. Mερικές φορές στη Mονή Kουδουμά οι προσκυνητές του 15αύγουστου με τα αναμμένα κεριά τους ήταν τόσο πολλοί που έφταναν μέχρι και την άκρη της αμμουδιάς!

Προσθήκη σχολίου

Η διεύθυνση mail σας ΔΕ θα εμφανιστεί