Δεκαπέντε πανεπιστημιακοί υπογράφουν ενάντια στο νομοσχέδιο της ΝΔ για το «επιτελικό κράτος»

Δεκαπέντε πανεπιστημιακοί υπογράφουν ενάντια στο νομοσχέδιο της Νέας Δημοκρατίας για το «επιτελικό κράτος», για την πρόσφατη μεταρρύθμιση στα υπουργεία Δικαιοσύνης και Προ.Πο.

Με το Π.Δ. 81/8-7-2019, που αφορά την αναδιάρθρωση του χάρτη των υπουργείων της χώρας και τον ανακαθορισμό των αρμοδιοτήτων τους, μεταξύ άλλων, μεταφέρθηκε η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής από το υπουργείο Δικαιοσύνης στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Η μεταφορά της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής με όλες τις μονάδες και το προσωπικό της στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη αποτελεί μείζονα αυταρχική τροπή: η υπαγωγή των καταστημάτων κράτησης, των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής, των λοιπών δομών διαπαιδαγώγησης και προστασίας ανήλικων δραστών και θυμάτων, καθώς και των ιατροδικαστικών υπηρεσιών στο υπουργείο αυτό αποτελεί τουλάχιστον συνταγματική και ποινολογική οπισθοδρόμηση και αντανακλά μια έντονα κατασταλτική και αντιδημοκρατική αντίληψη από την άποψη του κράτους δικαίου, σχετικά με τη λειτουργία των θεμελιωδών θεσμών (εν προκειμένω της αστυνομίας και του σωφρονιστικού συστήματος) στη δημοκρατία.

Ειδικότερα:

■ Η επιλογή αυτή είναι απολύτως αντίθετη με τα διεθνή δεδομένα, τους στοιχειώδεις κανόνες και τις συστάσεις του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, που διακηρύσσουν επί δεκαετίες, με συνέπεια και σθεναρά, τον πλήρη διαχωρισμό της αστυνομικής λειτουργίας από την απονομή της δικαιοσύνης και τη σαφή διάκριση της διοίκησης και του προσωπικού των υπηρεσιών έκτισης ποινών από την αστυνομία: οι αναθεωρημένοι κανόνες του ΟΗΕ για τη μεταχείριση των κρατουμένων (Κανόνες Νέλσον Μαντέλα, 2015), οι κανόνες του Συμβουλίου της Ευρώπης για τις φυλακές (2006), καθώς και πολλά άλλα διεθνή και ευρωπαϊκά κείμενα αντεγκληματικής και σωφρονιστικής πολιτικής για τη μεταχείριση των κρατουμένων, την οργάνωση και τη διοίκηση των καταστημάτων κράτησης, την κατάσταση του προσωπικού τους, την εφαρμογή των εναλλακτικών ποινικών κυρώσεων και μέτρων, όλα προσανατολίζονται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που επιλέγει η νέα κυβέρνηση.

■ Η μεταρρύθμιση στα δύο υπουργεία χαράσσει μια αμιγώς κατασταλτική αντεγκληματική πολιτική, η οποία οδηγεί σε «αστυνομικοποίηση της Δικαιοσύνης» και καταργεί τη στοιχειώδη και απολύτως αναγκαία σε ένα κράτος δικαίου διάκριση μεταξύ της δίωξης και εξιχνίασης των εγκλημάτων, της λειτουργίας απονομής της δικαιοσύνης και της μεταχείρισης των κρατουμένων.

■ Επιπλέον έτσι διευρύνεται αδικαιολόγητα το πεδίο δράσης της αστυνομίας, περιλαμβάνοντας και τον τομέα της έκτισης των ποινών, καταργείται εν τοις πράγμασι η ιδιότητα του πολιτικού υπαλλήλου για το προσωπικό των καταστημάτων κράτησης, ενώ παράλληλα αποδυναμώνεται ο έλεγχος της έκτισης των ποινών από τις δικαστικές αρχές.

■ Εκτός αυτών η μεταφορά της αρμοδιότητας για τη μεταχείριση των κρατουμένων στην αστυνομία δημιουργεί σύγχυση σχετικά με την αποστολή τόσο της ίδιας της αστυνομίας (καθώς μετατρέπει τους αστυνομικούς σε φύλακες κρατουμένων), όσο και του σωφρονιστικού συστήματος (καθώς, αντί να φροντίζει για την προετοιμασία της ομαλής κοινωνικής επανένταξης των κρατουμένων, μετατρέπεται σε μηχανισμό κράτησης με μόνο πρόταγμα την ασφάλεια).

■ Η ανάθεση του σωφρονιστικού συστήματος στις διωκτικές αρχές είναι αντίθετη όχι μόνο με την πάγια στη χώρα μας υπαγωγή των φυλακών και των άλλων υπηρεσιών έκτισης των ποινών στο υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά και με την από τον 19ο αιώνα καθιερωμένη διεθνή πρακτική της διάκρισης των αστυνομικών υπηρεσιών από τις υπηρεσίες ποινικής μεταχείρισης των εγκληματιών.

■ Το γεγονός ότι αυτή η τιμωρητική στροφή στην αντεγκληματική πολιτική επιχειρείται με την επίκληση της ανάπτυξης πρακτικών οργανωμένου εγκλήματος στις φυλακές και της απώλειας του ελέγχου από τη διοίκηση και το προσωπικό τους δεν πείθει, επειδή πρόκειται για ένα ανεπαρκές και προβληματικό επιχείρημα, το οποίο από τη μια πλευρά δεν αφορά τις περισσότερες από τις μεταφερόμενες υπηρεσίες (π.χ. τις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων κ.λπ.) και, από την άλλη πλευρά, πουθενά τα προβλήματα αυτά δεν έχουν αντιμετωπιστεί με τέτοια μέτρα. Αντίθετα, έτσι απαξιώνονται πολιτικές που με νόμιμο και δικαιοκρατικό τρόπο έχουν αντιμετωπίσει ζητήματα βαριάς εγκληματικότητας στις φυλακές.

■ Ιδιαίτερα άστοχη είναι η υπαγωγή των δομών που αφορούν τους ανηλίκους (π.χ. των Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων) στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, καθώς η μεταφορά αυτή δεν ανταποκρίνεται ούτε σε κάποιο δικαιοκρατικό πρότυπο ούτε καν σε κάποια λογική διαπαιδαγώγησης και διάπλασης της συμπεριφοράς, που αποτελεί θεμέλιο της φιλελεύθερης αντεγκληματικής πολιτικής στον τομέα της απονομής δικαιοσύνης ανηλίκων (που διαφέρει από αυτήν των ενηλίκων).

Οι πανεπιστημιακοί που υπογράφουμε αυτό το κείμενο εκφράζουμε την αντίθεσή μας και τη βαθιά ανησυχία μας για αυτήν την εξέλιξη στην αντεγκληματική πολιτική και επισημαίνουμε ότι πρόκειται για μία άκρως προβληματική επιλογή από την άποψη του σκοπού της ποινής και της μεταχείρισης των εμπλεκόμενων με το ποινικό σύστημα σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου, η οποία θα γυρίσει την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας σε σκοτεινές εποχές, πολλά χρόνια πίσω.

1. Εφη Αβδελά, καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης.

2. Σοφία Βιδάλη, καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

3. Στράτος Γεωργούλας, καθηγητής Εγκληματολογίας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

4. Αριστοφάνης Δημάκης, καθηγητής, Τμήμα Μηχανικών Οικονομίας και Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

5. Χαράλαμπος Δημόπουλος, καθηγητής Εγκληματολογίας, Νομική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

6. Ολγα Θεμελή, αναπληρώτρια καθηγήτρια Εγκληματολογικής Ψυχολογίας, Τμήμα Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης.

7. Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, επίκουρος καθηγητής Πολιτικού Συστήματος και Θεσμών Αντιπροσώπευσης, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης.

8. Κώστας Κοσμάτος, επίκουρος καθηγητής Εγκληματολογίας, Νομική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

9. Αφροδίτη Κουκουτσάκη, συνταξιούχος επίκουρη καθηγήτρια Εγκληματολογίας, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

10. Νικόλαος Κουλούρης, επίκουρος καθηγητής Σωφρονιστικής Πολιτικής, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

11. Αλίκη Λαβράνου, καθηγήτρια Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης.

12. Χάρης Παπαχαραλάμπους, αναπληρωτής καθηγητής, Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Κύπρου.

13. Χαράλαμπος Πουλόπουλος, καθηγητής Κοινωνικής Εργασίας, Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

14. Αθανασία Συκιώτου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Εγκληματολογίας, Νομική Σχολή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

15. Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, καθηγητής Διεθνών Οργανισμών και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Εφημερίδα των Συντακτών

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

* Το email σας δεν θα εμφανιστεί