«Αιώνες φαρμάκι, γενιές φαρμάκι»

Αυτή η εικόνα δεν έχει ιδιότητα alt. Το όνομα του αρχείου είναι andrikakis.jpg

Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη andrikakisalekos@gmail.com

Η εγχείρησις εστέφθη υπό απόλυτον επιτυχίαν, αλλά ατυχώς ο ασθενής απέθανεν.

Και τώρα είναι ώρα να τον κλάψουμε, γοερώς, ενώπιον της Πόλεως, εκείνης η οποία μετά πολλών επαίνων συνεφώνησεν εις νέας αρχάς αλλά υπέκυψεν εις μνημόσυνα λήθης, μετά πολλής χυδαιότητος και μεγίστης κομματικής σαπίλας.

Και τώρα, μπροστά στα νέα διλήμματα, σου ζητούν να γράψεις, να βάλεις μπροστά μηχανές, να δώσεις νέους αγώνες περί του αποτελεσματικού ή του ηθικού, περί της Πόλεως της σπουδαίας και της λατρευτικής πίστεώς της στον Μαμμωνά.

Με ποιο κουράγιο, μάτια μου;

Το χρέος διακηρύχνεται, όπως λέει ο Καζαντζάκης. Αλλά όχι σε στραμμένα πρόσωπα, σε αδιάφορες συνειδήσεις, σε ευάλωτες καρδιές, σε λυσσασμένα και πεινασμένα πορτοφόλια.

Το χρέος σου το αναγνωρίζεις πάντα και το εκπληρώνεις σωστά, κατά συνείδηση, μιλώντας μερικές φορές μόνο με τον εαυτό σου, όταν διαπιστώνεις ότι ηττήθηκες «επειδή η Πόλις σε πλάνεψε» κι έρριξε τα Τείχη κλείνοντάς σε έξω από αυτά, μόλις έβαλε από τα μυστικά περάσματα της συναλλαγής, τους Βαρβάρους.

Και τώρα τί θα γίνουμε με τους Βαρβάρους στην Πόλη;

Ε, τί να σας κάνω τώρα; Ας φροντίζαμε όλοι γι αυτό.

Το μόνο που έχω να πράξω είναι να μεταφέρω τις Γάτες τ’ Άι Νικόλα, του Σεφέρη, γραμμένο σε μια άλλη εποχή ήττας, τον Φλεβάρη του 1969. Κι όποια συνείδηση αντιληφθεί.

(Καλή κυριακάτικη ψήφο, με ευχαριστίες από καρδιάς στους 9.848 Ενεργούς Πολίτες του Ηρακλείου που άντεξαν στα Τείχη της Πόλεως και τους 519 εβρισκόμενους ανάμεσά τους που τίμησαν την ασημαντότητά μου με την 9η θέση του ψηφοδελτίου, χωρίς μάλιστα να τους το ζητήσω).

 Οἱ Γάτες τ᾿ Ἅι-Νικόλα

Τὸν δ᾿ ἄνευ λύρας ὅμως ὑμνωδεῖ θρῆνον Ἐρινύος αὐτοδίδακτος ἔσωθεν θυμός, 
οὐ τὸ πᾶν ἔχων ἐλπίδος φίλον θράσος. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. 990 ἔπ.

«Φαίνεται ὁ Κάβο-Γάτα…», μοῦ εἶπε ὁ καπετάνιος
δείχνοντας ἕνα χαμηλὸ γιαλὸ μέσα στὸ πούσι
τ᾿ ἄδειο ἀκρογιάλι ἀνήμερα Χριστούγεννα,
«… καὶ κατὰ τὸν Πουνέντε ἀλάργα τὸ κύμα γέννησε τὴν Ἀφροδίτη
λένε τὸν τόπο Πέτρα τοῦ Ρωμιοῦ.
Τρία καρτίνια ἀριστερά!»
Εἶχε τὰ μάτια τῆς Σαλώμης ἡ γάτα ποὺ ἔχασα τὸν ἄλλο χρόνο
κι ὁ Ραμαζὰν πῶς κοίταζε κατάματα τὸ θάνατο,
μέρες ὁλόκληρες μέσα στὸ χιόνι τῆς Ἀνατολῆς
στὸν παγωμένον ἥλιο 
κατάματα μέρες ὁλόκληρες ὁ μικρὸς ἐφέστιος θεός.
Μὴ σταθεῖς ταξιδιώτη.
«Τρία καρτίνια ἀριστερά» μουρμούρισε ὁ τιμονιέρης.
…ἴσως ὁ φίλος μου νὰ κοντοστέκουνταν,
ξέμπαρκος τώρα
κλειστὸς σ᾿ ἕνα μικρὸ σπίτι μὲ εἰκόνες
γυρεύοντας παράθυρα πίσω ἀπ᾿ τὰ κάδρα.
Χτύπησε ἡ καμπάνα τοῦ καραβιοῦ
σὰν τὴ μονέδα πολιτείας ποὺ χάθηκε
κι ἦρθε νὰ ζωντανέψει πέφτοντας
ἀλλοτινὲς ἐλεημοσύνες.
«Παράξενο», ξανάειπε ὁ καπετάνιος.
«Τούτη ἡ καμπάνα-μέρα ποὺ εἶναι-
μοῦ θύμισε τὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴ μοναστηρίσια.
Διηγότανε τὴν ἱστορία ἕνας καλόγερος 
ἕνας μισότρελος, ἕνας ὀνειροπόλος.
«Τὸν καιρὸ τῆς μεγάλης στέγνιας,
– σαράντα χρόνια ἀναβροχιὰ –
ρημάχτηκε ὅλο τὸ νησὶ
πέθαινε ὁ κόσμος καὶ γεννιοῦνταν φίδια.
Μιλιούνια φίδια τοῦτο τ᾿ ἀκρωτήρι,
χοντρὰ σὰν τὸ ποδάρι ἄνθρωπου
καὶ φαρμακερά.
Τὸ μοναστήρι τ᾿ Ἅι-Νικόλα τὸ εἶχαν τότε
Ἁγιοβασιλεῖτες καλογέροι
κι οὔτε μποροῦσαν νὰ δουλέψουν τὰ χωράφια
κι οὔτε νὰ βγάλουν τὰ κοπάδια στὴ βοσκὴ
τοὺς ἔσωσαν οἱ γάτες ποὺ ἀναθρέφαν.
Τὴν κάθε αὐγὴ χτυποῦσε μία καμπάνα
καὶ ξεκινοῦσαν τσοῦρμο γιὰ τὴ μάχη.
Ὅλη μέρα χτυπιοῦνταν ὡς τὴν ὥρα
ποῦ σήμαιναν τὸ βραδινὸ ταγίνι.
Ἀπόδειπνα πάλι ἡ καμπάνα
καὶ βγαῖναν γιὰ τὸν πόλεμο τῆς νύχτας.
Ἤτανε θαῦμα νὰ τὶς βλέπεις, λένε, 
ἄλλη κουτσή, κι ἄλλη στραβή, τὴν ἄλλη
χωρὶς μύτη, χωρὶς αὐτί, προβιὰ κουρέλι.
Ἔτσι μὲ τέσσερεις καμπάνες τὴν ἡμέρα
πέρασαν μῆνες, χρόνια, καιροὶ κι ἄλλοι καιροί.
Ἄγρια πεισματικὲς καὶ πάντα λαβωμένες
ξολόθρεψαν τὰ φίδια μὰ στὸ τέλος
χαθήκανε, δὲν ἄντεξαν τόσο φαρμάκι.
Ὡσὰν καράβι καταποντισμένο
τίποτε δὲν ἀφῆσαν στὸν ἀφρὸ
μήτε νιαούρισμα, μήτε καμπάνα.
Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν.
Αἰῶνες φαρμάκι γενιὲς φαρμάκι».
«Γραμμή!
Τί νὰ σοῦ κάνουν οἱ ταλαίπωρες 
παλεύοντας καὶ πίνοντας μέρα καὶ νύχτα 
τὸ αἷμα τὸ φαρμακερὸ τῶν ἑρπετῶν. 
Αἰῶνες φαρμάκι, γενιὲς φαρμάκι». 
«Γραμμή!» ἀντιλάλησε ἀδιάφορος ὁ τιμονιέρης

Προσθήκη σχολίου

Η διεύθυνση mail σας ΔΕ θα εμφανιστεί