Η σχέση Καζαντζάκη-Βάρναλη, η παραλίγο συγγένεια και τα… αλληλοκαρφώματά τους!

Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη

andrikakisalekos@gmail.com

Δείτε επίσης: Σαν σήμερα πέθανε ο Κ. Βάρναλης- Δείτε τον να απαγγέλλει το τελευταίο ποίημά του (βίντεο)

Νίκος Καζαντζάκης και Κώστας Βάρναλης (που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα στις 16 Δεκεμβρίου του 1974), είχαν μια στενή σχέση από τα νεανικά τους χρόνια. Στην ίδια φιλολογική παρέα, αντάλλασσαν σκέψεις και προβληματισμούς, στην ίδια φιλική παρέα, πέρασαν μαζί τις διακοπές τους στο Κράσι, το χωριό των Αλεξίου. Παραλίγο να γίνουν μάλιστα και συγγενείς, μπατζανάκηδες, για την ακρίβεια! Όταν ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν ήδη με τη Γαλάτεια Αλεξίου, ο Κώστας Βάρναλης και η Έλλη, η αδελφή της Γαλάτειας, ήταν ερωτευμένοι και ήθελαν να παντρευτούν, αλλά αυτό δεν το επέτρεψε ο αυστηρός Στέλιος Αλεξίου, ο πατέρας τους, καθώς η Έλλη ήταν πολύ μικρή για γάμο!

Υπάρχει κι άλλο ένα κοινό σημείο των δυο τους. Ήταν ποιητές. Ο Βάρναλης είναι γνωστός ως ποιητής. Μα κι ο Καζαντζάκης αυτό είχε στόχο, να γίνει ένας μεγάλος ποιητής. Αυτό θεωρούσε ότι του ταίριαζε κι όχι μόνο η πεζογραφία.  Και μάλιστα όταν ο Βάρναλης πρωτοέγραψε κοινωνική ποίηση, το περίφημο «Το φως που καίει», με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας, ο Καζαντζάκης τον αποδοκίμασε, προσποιούμενος πως αγνοεί ότι πρόκειται για τον Βάρναλη! Κι ο τελευταίος, λίγα χρόνια αργότερα, περίπου αποδοκίμασε το έργο για το οποίο ο Καζαντζάκης υπερηφανευόταν: την «Οδύσσεια».

Το περίφημο έμμετρο έργο του «Οδύσσεια», με τους 333.333 στίχους και τις 24 ραψωδίες, που άρχισε να γράφεται στο Ηράκλειο το 1924, ολοκληρώθηκε σε μια πρώτη μορφή στην Αίγινα το 1928, αλλά στην ουσία ξαναγράφηκε άλλες 8 φορές μέχρι το 1938, όταν και εκδόθηκε, είναι η κορωνίδα της ποίησής του. Από τα κορυφαία ποιητικά έργα του, επίσης μεγάλης έκτασης, ήταν ο «Χριστός», γραμμένο το 1928. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης θεωρούσε εαυτόν πρωτίστως μεγάλο ποιητή και ακολούθως πεζογράφο ή διανοητή.

Είναι φανερό πάντως ότι σ’ όλη την παραγωγική του πορεία, ο Νίκος Καζαντζάκης είχε σημαντική και υψηλού επιπέδου ποιητική δημιουργία. Φυλλομετρώντας το φιλολογικό – ποιητικό περιοδικό «Γράμματα», που εξέδιδαν στην Αλεξάνδρεια διανοούμενοι της εκεί ελληνικής παροικίας από το 1911 μέχρι το 1921 (η έκδοση συγκέντρωνε το διαρκές ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου Καβάφη, ο οποίος δημοσίευσε πολύ συχνά ποιήματά του), εντοπίσαμε 4 άγνωστα, μάλλον από τα νεανικά, ποιήματα του μεγάλου Κρήτα στοχαστή. Τα μικρά στιχουργήματα, ομοιοκατάληκτα, παρουσιάστηκαν στο ίδιο τεύχος, αυτό με αριθμό 21, που είχε κυκλοφορήσει το 1914, στον τέταρτο χρόνο κυκλοφορίας του περιοδικού. Πρόκειται για πανομοιότυπα στην τεχνική ποιήματα, ακόμη και στον αριθμό των στίχων, αφού καθένα απ’ αυτά έχει 14. Έφεραν τους τίτλους, «Οιδίποδας», «Τα αιώνια», «Η αμυγδαλιά» και «Θερμοπύλες». Κάποια απ’ αυτά, έχουν τίτλους με ανάλογα ήδη γνωστά τότε ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη («Οιδίπους», 1896, «Θερμοπύλες», 1903, «Αιωνιότητα», 1895), χωρίς κανείς να μπορεί να υποστηρίξει ότι τα δικά του έργα έδωσαν την αφορμή στον Καζαντζάκη. Πάντως ειδικά στο ποίημα «Θερμοπύλες» μοιάζει να υπάρχουν αφορμές στο αντίστοιχο του Καβάφη (έχουν ίσο αριθμό στίχων και τα δύο), αλλά ακόμη και στο επίσης πασίγνωστο του Αλεξανδρινού «Περιμένοντας τους Βαρβάρους» (1904).

Όπως προαναφέρθηκε, και οι τέσσερις ποιητικές δημιουργίες του Καζαντζάκη δημοσιεύτηκαν στο ίδιο τεύχος του 1914 και έφεραν την υπογραφή Πέτρος Ψηλορείτης, ένα γνωστό φιλολογικό ψευδώνυμό του. Δεν μπορούμε όμως να ξέρουμε αν αυτά γράφηκαν ειδικά για το συγκεκριμένο περιοδικό, ή αν πρόκειται για αναδημοσίευση από κάποιο άλλο έντυπο. Πάντως στα «Γράμματα» δεν εντοπίζουμε άλλη συνεργασία του Καζαντζάκη.

Η αφιέρωση του Βάρναλη

Στο ίδιο όμως περιοδικό υπάρχει ένα επίσης σχετικά  άγνωστο ποίημα που σχετίζεται με τον Καζαντζάκη (Πέτρο Ψηλορείτη). Πρόκειται για ένα ποίημα του νεαρού τότε Κώστα Βάρναλη, που είχε συνεργασία με τα «Γράμματα», και το οποίο είχε δημοσιευτεί τρία χρόνια νωρίτερα (φυλλάδα 9-10, Οκτώβριος – Νοέμβριος 1911). Τίτλος του «Συμπόσιον» και ο ποιητής το αφιέρωνε στο φίλο του Πέτρο Ψηλορείτη. Στην αποδελτίωση του στιχουργήματος από το αρμόδιο τμήμα του Πανεπιστημίου της Πάτρας, στις συλλογές του οποίου υπάρχει το αλεξανδρινό φιλολογικό περιοδικό, από παραδρομή αναφέρεται ότι το «Συμπόσιον» είναι ποίημα του Πέτρου Ψηλορείτη. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ποίημα του Βάρναλη αφιερωμένο στον Καζαντζάκη (Ψηλορείτη). Και βέβαια υπάρχει η εξήγηση για την αφιέρωση. Τον Αύγουστο του 1911 οι δύο μεγάλοι των ελληνικών γραμμάτων, που διατηρούσαν επαφές, είχαν περάσει μαζί τις διακοπές τους στο Κράσι. Εκεί παραθέρισαν ως μια παρέα νέων ηλικιακά διανοούμενων, οι οποίοι αργότερα θα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ελληνική λογοτεχνία. Φιλοξενούμενοι συγγενή του πατέρα της Έλλης και της Γαλάτειας Αλεξίου, βρέθηκαν μαζί με τις δύο αδελφές, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Μάρκος Αυγέρης, αργότερα δεύτερος σύζυγος της Γαλάτειας, ο φίλος του Καζαντζάκη Χαρίλαος Στεφανίδης. Στο φωτογραφικό αρχείο των εκδόσεων Καζαντζάκη έχει διασωθεί φωτογραφία από τον παραθερισμό της παρέας αυτής, αλλά από τον επόμενο Αύγουστο, όταν επαναλήφθηκε η πρόσκληση. Πιθανώς, γοητευμένος από την προσωπικότητα του Καζαντζάκη, ο Βάρναλης τού αφιέρωσε λίγο μετά το ποίημά του.

(“Γράμματα”, φυλλάδα 9-10, Οκτώβριος-Νοέμβριος 1911)

ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ

Ανοίχτε στα τραπέζι’ απλοχωριά

για την ωριά,

που με τ’ αψό

κορμί θα μας δειχτεί το μελαψό

χορεύοντας· κι απά στα φειδωτά

ψηφιδωτά

απλώστε, ώ νιοί

σκλάβοι, τα ρόδα σκύβοντας γυμνοί!

Και φέρε σε κροντήρι ξομπλιαστό

κρασί λιαστό

κι άλλο κρασί,

ώ με τα δάχτυλα τα μικρά σύ!

Και στις κολόνες, που πρασινωπά

κλαριά νωπά,

κισσού κλαριά

με τα κομμένα φύλλα και τ’ αριά

τις ζώνουνε για την καλή γιορτή,

ας μπούνε ορτοί

και σιμωτά

καθρέφτες με στεφάνι’ ασημωτά,

να χιλιάζουν το κάλλι της αχνό

μες τον αχνό,

οπού γι’ αυτή

θα βγάνει όσο λιβάνι θ’ αναφτεί!…

Ω! υψώστε τις φωνούλες τις ψιλές!

τις αψηλές

δάδες, ώ νιοί,

χαμηλώστε! το ρούχο της ανοιεί

σκίζοντάς το· και λάμπουν στο γερό,

το λυγερό

κορμί, που αχεί,

τα κρυφά, που με σπάνιο έχουν βραχεί,

νάρδο!… Ω! με τους καπνούς της κεφαλής,

– Φαλλής! Φαλλής!-

με την ορμή,

που ακράτητο μας κάνει το κορμί,

ως θέλει κάθε σύντροφος λαμπρός

ας φερθεί μπρός

σ’ όλους, ξηρά

χείλια δαγκάνοντας,-με τη σειρά!…

Κ.Ι. ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Τα… αλληλοκαρφώματα!
Πάντως ο Καζαντζάκης δεν ανταπέδωσε τη συγκεκριμένη απόδοση τιμής του Βάρναλη. Μετά από 11 χρόνια, όταν ο Βάρναλης, υπογράφοντας ως Δήμος Τανάλιας, εξέδιδε την εμβληματική ποιητική δημιουργία του «Το Φως που καίει», με την οποία έκανε τη μεταστροφή του στην κοινωνική ποίηση, εισέπραξε μια μάλλον κακεντρεχή κριτική του Καζαντζάκη. Σ’ ένα γράμμα του προς τη Γαλάτεια, ο Νίκος Καζαντζάκης έγραφε: «Cherie, τώρα λαβαίνω τις εφημερίδες με το «Νουμά». Ξεφυλλίζοντας το «Νουμά» είδα μια κριτική για κάποιο «Τανάλια». Δεν τολμώ να πιστέψω πως είναι ο Βάρναλης. Θα ‘ναι κανείς μαθητής καθυστερημένος του Παλαμά. Σκέψη, στίχος, ρητορεία – όλα Παλαμοφέρνουν. Αν πρόκειται για το Βάρναλη σε παρακαλώ θερμότατα στείλε μου το βιβλίο για να το διαβάσω με προσοχή. Θέλω ν’ αλλάξω γνώμη. Αφήνω τη σκέψη του (πόσο είναι «σοσιαλιστικά» πίσω δε λέγεται), ο στίχος, η ποίηση, είναι ανάξια ρητορεία κι αφηρημένες έννοιες και κεφαλαία γράμματα». Φυσικά ο Καζαντζάκης, που θα γνώριζε ότι ο Τανάλιας ήταν ο Βάρναλης δεν είχε δίκιο, αφού το έργο αυτό έχει θεωρηθεί από τις κορυφαίες παραγωγές του Βάρναλη.

Αρκετά αργότερα, στα 1939, ο τελευταίος ανταπέδωσε! Όταν πήρε στα χέρια του την «Οδύσσεια», έγραψε με λιγότερη, πάντως, κακεντρέχεια: «Πρόκειται για μια ανοιχτόκαρδη φάρσα»!

Η επικήδεια αναφορά του Βάρναλη

Ο Βάρναλης όμως απέδειξε ότι σεβόταν και θαύμαζε τον Καζαντζάκη. Τον υπερασπίστηκε και σ’ ένα χρονογράφημά του στην «Αυγή», μετά το θάνατο του μεγάλου Κρητικού στοχαστή, το 1957. Το αναδημοσιεύουμε, από το blog «Ο άγνωστος Βάρναλης και αδημοσίευτα ποιήματά του» (kostas-varnalis-poiimata.blogspot.gr):

«Στον τάφο του μόνο δάφνες ταιριάζουνε τώρα. Πολλά, πρόωρ’ ακόμα, κι αντιφατικά γραφτηκανε στις εφημερίδες αυτών των ημερών για τον άνθρωπο και για το έργο του. Κι αυτός και κείνο έχουν αντι­φάσεις. Ζούσανε διπλή ζωή. Μιαν Αληθινή και μια φκιαχτή.
Ο Καζαντζάκης* ειταν όχι τόσον ένας δημιουργός ηρώων παρά, πολύ περισσότερο, ηρωας ο ίδιος! Ηρωας της δουλειάς, της μάθησης, των ταξιδιών, της σκέψης και της αυτοκυριαρχίας. Θα μείνει μοναδικό παράδειγμα αδιάκοπης προσπάθειας για την κατάχτηση της κορυφής. Ο Σικελιανός* ειτανε πηγαίος πληθω­ρικός τύπος — εκρηκτικός και στη ζωή του και στους στίχους του. Εφτανε με άλματα στο τέρμα. Ειτανε προικισμένος από τη Φύση μέσα στη Φύση — αυτός το κέντρο. Ο Καζαντζάκης* κατάφερνε ν’ αντικατασταίνει τον αυθορμητισμό με τον καιρό και με τον κόπο – καταπώς ήθελε δ Σολωμός. Ομως κι ο καιρός κι ο κόπος αφησανε τα ίχνη τους στα κείμενα του.
Ολη του η αγωνία, όπως φαίνεται και στα βιβλία του και στα ιδιωτικά του γράμματα, είτανε να καταπλήξει με την εντυ­πωσιακη, την απροσδόκητη την υπερβολική φράση — την αλη­θεια του περιεχομενου την είχε για δεύτερο πράμα. Γι’ αυτόν το λόγο το έργο του κάνει εντύπωση, μα δεν πείθη. Δεν κινεί την πραγματικότητα – γιατί μένει έξω απ’  τη φλεγόμενη βάτο, την πραγματικότητα.
Αλλωστε, στην ουσία της, η φιλοσοφία του είναι άρνηση της πραγματικότητας: του φαινομένου! Είναι πέρα κι από τις αληθειες κι από τα ψέματα, όπως ο Νίτσε πέρ’ απ’ το καλό και το κακό. Ο θανατος — η τελευταία πράξη. Και αρχή.
Αυτός ο μηδενισμός του τον εμπόδισε να πάρει θέση πουθενά. Εμεινε πάντα έξω απ’ όλα – έκτος αν κάποτε κάπου ερα­σιτεχνικά και περαστικός. Μόνο στο δημοτικισμό έμεινε πάντα πιστός αγωνιστής κ’ ένας από τους τελευταίους, που απομείναμε, οπαδούς του Κανόνα».

 

 

 

Προσθήκη σχολίου

Η διεύθυνση mail σας ΔΕ θα εμφανιστεί