Ο «Μότσαρτ των γηπέδων» που αντιτάχθηκε στον ναζισμό και το πλήρωσε με ίδια του τη ζωή

Τον αποκάλεσαν «Μότσαρτ των γηπέδων». Και είχαν δίκαιο! Ο Ζίντελαρ Ματίας υπήρξε ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής στην Ιστορία της Αυστρίας και ένας από τους μεγαλύτερους άσους του κόσμου την προπολεμική περίοδο. Άλλωστε το 2000 συμπεριλήφθηκε από την Διεθνή Υπηρεσία Ιστορίας και Στατιστικής, μέσα στους 50 κορυφαίους ποδοσφαιριστές του πλανήτη τον 20ο αιώνα. Αέρινος, τεχνίτης, ντριμπλαδόρος και δεινός γκολτζής, ένας απόλυτα ολοκληρωμένος επιθετικός, που γοήτευσε τα πλήθη με το παίξιμό του, ακριβώς όπως είχε γοητεύσει και ο Αυστριακός μουσουργός με τις μουσικές συνθέσεις του. Μεταξύ άλλων έλαμψε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, όπου οδήγησε την Αυστρία στην 4η θέση. Ο κόσμος τον λάτρευσε και έγινε το είδωλο της εποχής.
Ταυτόχρονα όμως υπήρξε ένας άνθρωπος με βαθιά πατριωτικά αισθήματα κι ένα απόλυτα συνειδητοποιημένο άτομο, που έβλεπε τι γινόταν γύρω του την σκοτεινή δεκαετία του ’30 και όταν ήρθε η στιγμή που ο ναζισμός άρχισε να «καταπίνει» την χώρα του, αυτός σήκωσε το ανάστημά του, που μπορεί να ήταν μικρό στο μπόι, αλλά ήταν τεράστιο σε ψυχικό σθένος. Την άρνησή του να ενταχθεί στον εθνικοσοσιαλισμό και να παίξει με την σβάστικα στο στήθος, δεν την πλήρωσε μόνο με το τέλος της καριέρας του, αλλά αυτός και η σύντροφός του το πλήρωσαν με την ζωή τους, καθώς βρέθηκαν νεκροί στο σπίτι τους το 1939. Ήταν μόλις 36 ετών!

Ο «χάρτινος» νεαρός που έγινε «Μότσαρτ»

Γεννήθηκε το 1903 στο Κοζλόφ της Αυστροουγγαρίας από μια φτωχή οικογένεια, η οποία τρία χρόνια αργότερα μετακόμισε προς εύρεση εργασίας στην Βιέννη. Ο πατέρας του σκοτώθηκε στο μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και ο έφηβος Ματίας, ως μεγαλύτερος από τα τέσσερα παιδιά, ανέλαβε την ευθύνη όλης της οικογένειας.
Τις πρώτες ποδοσφαιρικές αρετές άρχισε να τις ξεδιπλώνει σε μια τοπική ομάδα στην γειτονιά του κι εκεί τον πρόσεξε ο κορυφαίος εκείνη την εποχή κυνηγός ταλέντων, Καρλ Βάιμαν, ο οποίος τον οδήγησε αμέσως στην Χέρτα Βιέννης. Από την πρώτη στιγμή ο Ζίντελαρ ξεχώρισε για την τεχνική του, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι αντίπαλοί του άρχισαν να τον παίζουν πολύ σκληρά. Ο Ζίντελαρ δεν ήταν μυώδης, αποτελούσε εύκολη «λεία» στα μαρκαρίσματα και πριν καταλάβει τι γινόταν, ήρθε ένας σοβαρός τραυματισμός στον μηνίσκο. Η επέμβαση που υποβλήθηκε ήταν επιτυχημένη, όμως για όλη την υπόλοιπη καριέρα του θα αγωνιζόταν μ’ ένα προστατευτικό στο γόνατο, που έγινε σήμα κατατεθέν του.
Αυτός ο τραυματισμός υπήρξε το καλύτερο «μάθημα» για τον νεαρό Ζίντελαρ, αφού αντιλήφθηκε πως οι αμυντικοί για να τον σταματήσουν θα χρησιμοποιούσαν κάθε μέσο, ακόμη και αντιαθλητικό ή βρώμικο παίξιμο κι έτσι συνειδητοποίησε πως ο μοναδικός τρόπος για να γλιτώνει τους τραυματισμούς ήταν να μην τον βρίσκουν καθόλου οι αντίπαλοι! Προσπάθησε λοιπόν να «γλιστρά» και να ξεφεύγει με την μπάλα στα πόδια, πριν ακόμη τον αγγίξουν! Ουσιαστικά και ασυναίσθητα, από ανάγκη για να αποφεύγει τα σκληρά μαρκαρίσματα, είχε αρχίσει να τελειοποιεί την τεχνική του και να αποκτά έναν αέρινο τρόπο παιχνιδιού.
Σε ηλικία 18 ετών έκανε το ντεμπούτο του στην πρώτη ομάδα και γρήγορα ο κόσμος γοητεύτηκε από την επιδεξιότητά και τις αρμονικές κινήσεις του, αλλά και από άλλο ένα χαρακτηριστικό που άρχισε να φανερώνει. Ο Ζίντελαρ «διάβαζε» το παιχνίδι, έβλεπε όλο το γήπεδο και μπορούσε να κατευθύνει τα πράγματα σαν να τα σχεδίαζε σε έναν χάρτη. Σε συνδυασμό λοιπόν και με το αδύνατο σώμα του, απέκτησε το παρατσούκλι ο «Χάρτινος».
Το 1924 η Χέρτα υποβιβάστηκε και η Αούστρια έσπευσε να πάρει τον παίκτη εκείνον, που σύντομα θα γινόταν ο ηγέτης της και η μεγαλύτερη μορφή στην Ιστορία του συλλόγου. Ένα χρόνο αργότερα ο Ζίντελαρ οδηγούσε τη νέα ομάδα του στην κατάκτηση του Κυπέλλου και την επόμενη χρονιά στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος και σ’ ένα ιστορικό νταμπλ. Ταυτόχρονα κλήθηκε και στην Εθνική ομάδα, της οποίας επίσης πολύ σύντομα θα γινόταν ο αναμφισβήτητος ηγέτης. Στο ντεμπούτο του κόντρα στην Τσεχοσλοβακία πέτυχε το νικητήριο γκολ (2-1). Ο θρύλος του είχε αρχίσει πλέον να χτίζεται και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας, το «Χάρτινος» ως παρατσούκλι είχε ξεχαστεί και χάρη στο μαγικό παίξιμό του, το «Μότσαρτ» είχε πάρει την θέση του.

Ο ηγέτης της «Βούντερτιμ»

Ο Ματίας Ζίντελαρ, μαζί με τον Γιόχαν Χόρβατ και τον ογκώδη σέντερ φορ της Ραπίντ, Γιόζεφ Ουρίντιλ, αλλά και με παίκτες αξίας όπως οι Φραντζ Βάγκνερ, Καρλ Σέστα, Γιόζεφ Μπίκαν, Γιόζεφ Σμίτσικ, Καρλ Ζίτσεκ, Χανς Ούρμπανεκ, Λέοπολντ Χόφμαν και τον τερματοφύλακα Πέτερ Πλάτζερ, δημιούργησαν μια εκρηκτική Εθνική ομάδα, που με προπονητή τον περίφημο Ούγκο Μάισλ, θα απογειώσει την δεκαετία του ’30 το θεαματικό και επιθετικό ποδόσφαιρο, σε τέτοιο βαθμό, ώστε θα την αποκαλέσουν διεθνώς «Βούντερτιμ», δηλαδή «Ομάδα θαύμα». Και θα βρεθεί στο αποκορύφωμά της στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, όπου θα φτάσει έως την 4η θέση.
Αρχικά νίκησε 3-2 στην παράταση την σπουδαία Γαλλία, στην συνέχεια απέκλεισε με 2-1 το φαβορί Ουγγαρία του μπαλαδόρου Γκιόργκι Σάροσι και στα ημιτελικά αποκλείστηκε από την διοργανώτρια Ιταλία, σε ένα ματς όπου η διαιτησία έκανε τα πάντα για να ικανοποιήσει το φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι. Οι Ιταλοί με ηγετική μορφή τον Τζουζέπε Μεάτσα και με τον Ντούτσε στην εξέδρα, νίκησαν 1-0 τους Αυστριακούς και στο τέλος πήραν και το τρόπαιο απέναντι στην Τσεχοσλοβακία.
Ο «Μότσαρτ» ήταν από εκείνους που έλαμψαν σε αυτή την διοργάνωση και ομάδες όπως η Άρσεναλ, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και η Ίντερ, θέλησαν να τον αποκτήσουν, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε να φύγει από την Βιέννη. Παρέμεινε πεισματικά στην Αούστρια, την οποία οδηγούσε και σε διεθνείς επιτυχίες, όπως την κατάκτηση του Κυπέλλου Μιτρόπα (1933, 1936) και του Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης (1932).

Η απέχθεια για τον ναζισμό

Το 1938 η ναζιστική Γερμανία απορρόφησε την Αυστρία. Η «Βούντερτιμ» είχε ήδη προκριθεί στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου που θα γινόταν στην Γαλλία, όμως στις 3 Απριλίου αποφασίστηκε ολόκληρη η Εθνική Αυστρίας να ενταχθεί στην Εθνική Γερμανίας. Δόθηκε μάλιστα κι ένα φιλικό ματς στο Πράτερ, για να «εορταστεί» η ένωση των δύο ομάδων. Αυτός ήταν ο τελευταίος αγώνας που έδωσε η «Βούντερτιμ», η οποία μέσα σε μία έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα νίκησε 2-0, με τον Ζίντελαρ να πανηγυρίζει προκλητικά και έξαλλα το γκολ που πέτυχε, μπροστά στην εξέδρα όπου κάθονταν όλοι οι εθνικοσοσιαλιστές αξιωματούχοι, φανερώνοντας έτσι δημόσια την απέχθειά του για το ναζιστικό καθεστώς.
Λίγες ημέρες αργότερα ανακοίνωσε ότι ως Αυστριακός αρνείται να αγωνιστεί στην «νεοσύστατη» Εθνική Γερμανίας. Πλέον ο Ματίας Ζίντελαρ είχε μετατραπεί σε «στόχο» για τους ναζί και σε σύμβολο για τους συμπατριώτες του. Και όταν έγινε γνωστό ότι η Αούστρια θα προχωρήσει σε διακοπή συμβολαίων όλων των Εβραίων ποδοσφαιριστών της και ο Ζίντελαρ κλήθηκε από τον δοτό νέο πρόεδρο του συλλόγου, για να του γίνουν συστάσεις, αρνήθηκε να συμμορφωθεί και αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο.
Παρά τις εβραϊκές ρίζες του, οι Γερμανοί απέφυγαν να τον καταδιώξουν φανερά, αναλογιζόμενοι το κόστος που θα είχε κάτι τέτοιο, καθώς ο Ζίντελαρ είχε μεγάλη απήχηση στον λαό της Αυστρίας.

Αυτοκτονία ή δολοφονία;

Στις 18 Δεκεμβρίου 1938 στο ματς της Αούστρια με την Χέρια Βερολίνου (2-2), ο «Μότσαρτ των γηπέδων» έπαιξε για τελευταία φορά και πέτυχε το τελευταίο γκολ της καριέρας του. Στην Βιέννη είχε ανοίξει μια καφετέρια, η οποία μια νύχτα έγινε στόχος «αγνώστων». Ο Ζίντελαρ κατήγγειλε το γεγονός και ένα πρωινό, παραμονές Χριστουγέννων, δέχθηκε την «επίσκεψη» στελεχών του γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, που τον καλούσαν να σταματήσει να κατακρίνει τον εθνικοσοσιαλισμό, να «συνεργαστεί» μαζί τους και να δηλώσει δημόσια την υποστήριξή του στο καθεστώς. Ο Ζίντελαρ ήταν πάλι ανένδοτος και τους έδιωξε.
Το πρωί της 29ης Ιανουαρίου 1939 ο αυστριακός λαός «πάγωσε» στο άκουσμα της είδησης. Ο αγαπημένος τους «Μότσαρτ», ο ποδοσφαιριστής που λάτρεψαν και ο άνθρωπος που εξέφραζε δημόσια την αγανάκτησή του για την υποταγή της Αυστρίας στον Χίτλερ, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στην Βιέννη, μαζί με την σύντροφό του Καμίλα Καστανιόλα. Ήταν λίγες ημέρες πριν κλείσει τα 36 χρόνια του. Η επίσημη εκδοχή από την ιατροδικαστική εξέταση ήταν πως ο θάνατός τους οφειλόταν σε διαρροή μονοξειδίου του άνθρακα και κηδεύθηκε με τιμές.
Λίγο καιρό αργότερα ο Αυστριακός συγγραφέας Φρίντριχ Τόρμπεργκ εμπνεύστηκε ένα ποίημα από τον θάνατό του, στο οποίο ουσιαστικά άφηνε να εννοηθεί πως ο Ζίντλεαρ αυτοκτόνησε, γιατί δεν άντεχε να βλέπει την γερμανική κατοχή της πατρίδας του και για δεκαετίες αυτή ήταν η εκδοχή που πίστευε ο αυστριακός λαός.
Όμως το 2000 το BBC γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για την ζωή και τον θάνατό του. Κι εκεί αποκαλύφθηκε με μαρτυρίες ζώντων, πως ο Ζίντελαρ και η Καστανιόλα είχαν δολοφονηθεί από τις τοπικές ναζιστικές αρχές, αλλά έπρεπε να το παρουσιάσουν ως ατύχημα, ώστε να μην προκληθεί το αίσθημα των Αυστριακών πολιτών και υπάρξουν λαϊκές αντιδράσεις, καθώς αποτελούσε σύμβολο γι’ αυτούς. Ένα σύμβολο άρνησης υποταγής, που παρέμεινε αιώνιο.

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αφήστε ένα σχόλιο

* Το email σας δεν θα εμφανιστεί