ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ- Η Μάχη της Κρήτης μέσα από το ημερολόγιο Γερμανού αλεξιπτωτιστή (φωτογραφίες)

 

Ένα πραγματικά μοναδικό ντοκουμέντο για τη Μάχη της Κρήτης, παρουσιάζουμε σήμερα. Πρόκειται για την περιγραφή που κάνει στο ημερολόγιό του –όπως το ονομάζουμε, και όχι αυθαίρετα- ένας από τους πρώτους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που έπεσαν στην Κρήτη, τα ξημερώματα της 20ης Μαΐου 1941, ο 28χρονος υποσμηναγός Ernst Kleinlein. Κατά παράδοξο τρόπο, το ημερολόγιο στάλθηκε και δημοσιεύτηκε αμέσως μετά την κατάληψη της Κρήτης στο αμερικανικό περιοδικό Life. Μόνο ως μια κίνηση εντυπωσιασμού έναντι της κοινής γνώμης του αντίπαλου στρατοπέδου και προπαγάνδας για την από αέρος εισβολή, που εφαρμόστηκε σε τέτοια εκτεταμένη μορφή, για πρώτη φορά στην Κρήτη, μπορεί να ερμηνευτεί.

Δείτε επίσης

26 πρωτοσέλιδα για τη Μάχη της Κρήτης- “Αίσχος! Οι Κρήτες αμύνονται στη γερμανική εισβολή”!- Πώς την περιέγραψε ο φιλογερμανικός τύπος (εικόνες)

Όπως αναφέρει το περιοδικό, το κείμενο που παρέλαβε έχει τη σφραγίδα του υπουργείου Προπαγάνδας της Γερμανίας, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση του προπαγανδιστικού, για τη νέα μορφή πολέμου, υλικού. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 14 Ιουλίου 1941 σε ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και φωτογραφίες από τα γεγονότα, οι οποίες πιθανότατα είχαν σταλεί μαζί. Η αναφορά (ως άρθρο την προσδιορίζει το “Life”) θα πρέπει να στάλθηκε το νωρίτερο τρεις ημέρες μετά την επίθεση εναντίον της πόλης του Ηρακλείου, καθώς ο ίδιος ο συντάκτης της καταλήγει σημειώνοντας ότι οι άνδρες του γερμανικού στρατού ξεκουράστηκαν πλέον την τρίτη ημέρα μετά την επίθεση. Άρα το κείμενο το ολοκλήρωσε τότε, αφού συμπεριλαμβάνει κι αυτό το στοιχείο, μετά τις 23 Μαΐου. Αν κανείς λάβει υπόψη τις μεταφορές της εποχής, με δεδομένες τις πολεμικές συνθήκες της περιοχής, το ημερολόγιο θα πρέπει να στάλθηκε κατευθείαν από το Ηράκλειο στο “Life”, κι εκεί να έγινε η πρώτη δημοσίευσή του.

Το ημερολόγιο αναφέρεται κυρίως στα γεγονότα της πρώτης ημέρας, με την πτώση στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και την επίθεση στην πόλη του Ηρακλείου

Το κείμενο του Γερμανού αξιωματικού φαίνεται να έχει γραφεί  σε τελική μορφή μετά το τέλος των επιχειρήσεων, με βάση τις σημειώσεις που κρατούσε. Αυτό δείχνει, για παράδειγμα, η σημείωση για συμπολεμιστή του, για τον οποίο αναφέρει ότι βρήκε το θάνατο λίγο μετά και η Κρήτη έγινε για πάντα πατρίδα του.

Λογοτεχνική – αφηγηματική μορφή

Ο  Ernst Kleinlein δεν κάνει μια στεγνή στρατιωτική περιγραφή των γεγονότων. Χρησιμοποιεί συχνά λογοτεχνική, αφηγηματική μορφή, ακόμη και στις ώρες αγωνίας για τον ίδιο, πριν κάνει, για παράδειγμα το άλμα του στο Μάλεμε. Γράφει χαρακτηριστικά:

«Έχω τεσσεράμισι δευτερόλεπτα από τη στιγμή που το αλεξίπτωτο θα ανοίξει μέχρι την προσγείωση.  Ο αέρας μάς μεταφέρει απευθείας στο λόφο.  Τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη μας ρίχνονται εναντίον των πυροβολαρχιών από ψηλά σα μαχαίρια που εκσφενδονίζονται.  Τώρα ανακαλύπτω το τσιριχτό σφύριγμα του αεροπλάνου που κινείται με συριστικό ήχο προς τα κάτω. Μόνο 50 μέτρα από εμάς – υπάρχει ένας ξερός κρότος των κανονιών του».

Δείχνει ακόμη ότι έρχεται σ’ έναν τόπο που ξέρει γι αυτόν, ξέρει την ιστορία του. Πολλοί άλλωστε ήταν οι Γερμανοί που μεταφέρθηκαν με τα ναζιστικά στρατεύματα στο νησί και είχαν ελληνική παιδεία. Μόλις ο υποσμηναγός Kleinlein φτάνει στο λιμάνι του Ηρακλείου, λίγες ώρες μετά την πτώση στο Μάλεμε, αντικρίζει τις ψαρόβαρκες, τις οποίες παρομοιάζει με αυτές της μινωικής εποχής! Δείχνει να έχει επίγνωση για τι μιλάει.

Η περιγραφή ξεκινά με τον υποσμηναγό να βρίσκεται σ’ ένα από τα μεταγωγικά αεροπλάνα που πετούν από την κυρίως Ελλάδα προς την Κρήτη. Η λογοτεχνική αφήγηση, σε πρώτο πρόσωπο, ξεκινά αμέσως από την πρώτη σκέψη που ξεδιπλώνει: «Ο δείκτης πάνω στο μικρό ασημένιο μου ρολόι βρίσκεται κοντά στις 4 π. μ..  Μας απομένουν ακόμα 15 λεπτά πτήσης.  Κοιτώ έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου.  Τα άλλα αεροπλάνα του σμήνους έχουν πλησιάσει.  Εκεί πέρα το πρόσωπο του Υποσμηναγού  W. με κοιτάζει επίμονα πίσω από το τζάμι ενός άλλου παράθυρου.  Βλέπω το σημάδι στο κούτελό του, κάτω από το ατσάλινο κράνος.  Είμαστε τόσο κοντά που νομίζω ότι θα μπορούσαμε να φωνάξουμε ο ένας τον άλλο.  Πίσω μας πετάει ο δεύτερος λόχος και πιο πίσω ο τρίτος».

Στο πρώτο μέρος των πολεμικών πλέον γεγονότων αναφέρεται στις επιχειρήσεις στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και στις μάχες με τους Νεοζηλανδούς. « Οι μεταφορές με τα Junkers βυθίζονται χαμηλά και προσγειώνονται με το φορτίο τους», γράφει. «Υπάρχουν ακόμα δύο φορτηγά Bedford με σπασμένο άξονα που βρίσκονται στον αεροδιάδρομο.  Έπρεπε να τα είχαμε μετακινήσει αλλά τώρα δεν υπάρχει καθόλου χρόνος.  Εκρήγνυνται στον αέρα από τις χειροβομβίδες μας.  Αμέσως το πρώτο Junkers κυλά στη μέση των σκορπισμένων συντριμμιών.  Τώρα έρχονται όλα: οι ασύρματοι, τα πυρομαχικά, ένας σάκος με ψωμί Wittler από το Βερολίνο, πακέτα με επιδέσμους, κονίαμα χαρακωμάτων, λεμόνια, το καινούριο μας ταχείας βολής κανόνι από κράμα μαγγανίου, η πτυσσόμενη θήκη μεταφοράς του όπλου.  Οι έλικες των Junkers δε σταματούν.  Φυσάει λες κι ο θεός και ο στρατηγός ήθελαν να μας δώσουν ιδιαίτερη ανάσα για την καυτή μάχη.    To Junkers σκαρφαλώνει.  Το επόμενο κατεβαίνει.  Το σώμα των ποδηλατιστών κατεβαίνει.  Το τρίτο, το τέταρτο.  Κάτω, πάνω, κάτω, πάνω». 

 

 

Και προσθέτει: «Τώρα ξεκινούν όλα:  συσκευές ασυρμάτου, εφοδιασμοί με πυρομαχικά, ένα τσουβάλι με ψωμί Wittler από το Βερολίνο, πακέτα με επιδέσμους, κονιάματα χαρακωμάτων, λεμόνια, το νέο μας κανόνι ταχείας βολής από κράμα μαγγανίου, την πτυσσόμενη άμαξα όπλων.  Οι έλικες των Junkers  δε σταματούν.  Φυσάει λες κι ο θεός και ο στρατηγός ήθελαν να μας δώσουν μια εξαιρετική πνοή για την καυτή μάχη.  Το Junkers σκαρφαλώνει.  Το επόμενο κατεβαίνει.  Το σώμα των ποδηλατών βγαίνει έξω.  Το τρίτο, το τέταρτο.  Κάτω, πάνω, κάτω, πάνω».

Στο δεύτερο μέρος ο υποσμηναγός περιγράφει την επίθεση στην πόλη του Ηρακλείου, στην οποία επίσης λαμβάνει μέρος. Πρόκειται για τα γεγονότα του λιμανιού, στα οποία πρωταγωνιστεί, κι έχει άμεση γνώση. Στο δεύτερο αυτό μέρος η περιγραφή του είναι πιο λεπτομερειακή για τα γεγονότα που εξελίσσονται». Κι εδώ χρησιμοποιεί ευδιάκριτο λογοτεχνικό λόγο

«Είναι 4.45 ξημερώματα όταν βλέπουμε το Ηράκλειο.  Οι λευκές πέτρινες στέγες των σπιτιών εμφανίζονται σαν ένα δρεπάνι που αστράφτει.  Η θάλασσα λαμπυρίζει μπλε.  Το λιμάνι είναι γεμάτο με μικρά ιστιοφόρα και ψαρόβαρκες, πρωτόγονες όπως στη μινωική εποχή.  Εκεί τρία μεγάλα βαπόρια βγάζουν καπνό, γερμένα στο πλάι από τις βόμβες μας και καμένα και ο αέρας μεταφέρει τον καπνό σε μας σα μεγάλα νέφη ομίχλης.  Έχω διαταγές αυτή τη στιγμή να δράσω σύμφωνα με τους δικούς μου υπολογισμούς κι έτσι αποφασίζω να αφήσω αυτά τα ναυάγια να χρησιμεύσουν ως τείχος προστασίας μας».

MAXH KRHTHS LIFE 42 (2) αντίγραφο

Στην περιγραφή των γεγονότων του Ηρακλείου ο Γερμανός αλεξιπτωτιστής αναφέρει ότι οι δυνάμεις των εισβολέων δέχονταν εχθρικά πυρά στην περιοχή του λιμανιού από έναν μιναρέ. Στην περιοχή γύρω από το λιμάνι υπήρχαν πράγματι τρία τζαμιά, όπως τα έχει περιγράψει ο Νικόλαος Σταυρινίδης. Το ένα, του Καπλάν Μουσταφά πασά, του Τούρκου αρχιναυάρχου ήταν πάνω στον Κούλε, προς τη βορειοδυτική πλευρά. Υπήρχαν ακόμη άλλα δύο. Το τζαμί του Ντιζντάρ αγά, πάνω στα νεώρια, στο σημείο που ήταν το τελωνείο, και το τζαμί του Ιμπραήμ πασά, κοντά στην ίδια περιοχή.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο του ημερολογίου του υποσμηναγού Ernst Kleinlein, το οποίο συνοδεύεται με τις εικόνες της παρουσίασής του από το αμερικανικό περιοδικό της εποχής.

Πώς καταλάβαμε την Κρήτη- Το ημερολόγιο του Γερμανού αλεξιπτωτιστή

Η κατάληψη της Κρήτης από τη Γερμανία από αέρος ήταν μία στρατιωτική επιχείρηση χωρίς προηγούμενο στην ιστορία των πολεμικών εχθροπραξιών.  Για πρώτη φορά ανέδειξε την ισχύ του αλεξίπτωτου  και των αερομεταφερόμενων στρατευμάτων, όχι μόνο ως όργανο παρενόχλησης και σαμποτάζ πίσω από τις γραμμές του εχθρού αλλά ως μία εντυπωσιακή επιθετική δύναμη.  Η χρήση αυτού του νέου στρατιωτικού μέσου είναι ένα θέμα υψίστης σημασίας για μία χώρα που θα έπρεπε πιθανόν να πολεμήσει τον Γερμανικό Στρατό. 

  Για το πώς οι Γερμανοί πήραν την Κρήτη γίνεται λόγος σ’ αυτό το άρθρο από έναν 28χρονο Υποσμηναγό του πρώτου σώματος των στρατευμάτων των αλεξιπτωτιστών που έλαβαν μέρος στη δράση.  Όπως σε όλα τα άρθρα από τη Γερμανία, φέρει τη σφραγίδα του Γερμανικού Υπουργείου Προπαγάνδας.

  Το πρώτο μέρος εκθέτει λεπτομερώς την κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε, το εναρκτήριο άλμα στην Κρήτη.  Το δεύτερο μέρος πραγματεύεται την κατάληψη της πόλης του Ηρακλείου.  Καθώς η ιστορία ξετυλίγεται ο Υποσμηναγός Ernst Kleinlein βρίσκεται σε ένα μεταγωγικό αεροπλάνο Junkers που πετάει από την Ελλάδα.

Life, 14 Ιουλίου 1941 

Από τον υποσμηναγό Ernst Kleinlein

LIFE 35 αντίγραφοΟ δείκτης πάνω στο μικρό ασημένιο μου ρολόι βρίσκεται κοντά στις 4 π. μ..  Μας απομένουν ακόμα 15 λεπτά πτήσης.  Κοιτώ έξω από το παράθυρο του αεροπλάνου.  Τα άλλα αεροπλάνα του σμήνους έχουν πλησιάσει.  Εκεί πέρα το πρόσωπο του Υποσμηναγού  W. με κοιτάζει επίμονα πίσω από το τζάμι ενός άλλου παράθυρου.  Βλέπω το σημάδι στο κούτελό του, κάτω από το ατσάλινο κράνος.  Είμαστε τόσο κοντά που νομίζω ότι θα μπορούσαμε να φωνάξουμε ο ένας τον άλλο.  Πίσω μας πετάει ο δεύτερος λόχος και πιο πίσω ο τρίτος.  Μετράω να δω μήπως κάποιο αεροπλάνο έχει μείνει πίσω – δώδεκα, 15, 23, 30, 32 – κι όπως φτάνω τα 60 εγκαταλείπω.  Από το βαθυκύανο μπλε ανάμεσα στον ουρανό και στη θάλασσα τα αεροπλάνα σηκώνονται πίσω μας σαν ένας στρατός από ξελεπιασμένους δράκους.  Υπάρχουν εκατοντάδες αεροπλάνα.  Ο υποδεκανέας με χτυπά ελαφρά στον ώμο.  Δείχνει μέσα από το αντικρινό παράθυρο.  Να τη: η μικρή και στενή παραλία, τα ακρώρεια σε πρώτο πλάνο και πίσω  η δεύτερη αναβαθμίδα οι λευκές βραχώδεις κορυφές των βουνών της Κρήτης. 

  Χτες πέταξα πάνω από το μέρος, που σκοπεύαμε να γίνει η σύγκρουση, με τον ταγματάρχη Von T. στο αεροπλάνο παρατήρησης.  Ακόμα ακούω τη φωνή του: «όλα πρέπει να γίνουν σα να ήταν ελιγμοί – δεν υπάρχουν άλλα εχθρικά μαχητικά.  Τα τρία κύματα των Messerschmitts μας, επιβάλλουν τη σιγή στις εχθρικές αντιαεροπορικές πυροβολαρχίες.  Έπειτα η τελευταία επίθεση με στούκας ακολουθεί.  Μετά πέφτεις – όπως στους ελιγμούς – κατάλαβες;». 

  Είχα καταλάβει.  Ο υποσμηναγός W. εκεί πέρα, με την ουλή στο μέτωπο που απέκτησε στο Ρότερνταμ, πετάει κάτω στα δυτικά του αεροδρομίου.  Παίρνουμε το λόφο προς τα ανατολικά. 

  Ο υποδεκανέας με χτυπά ξανά ελαφρά στον ώμο.  «Herr Oberleutnant».  Ναι, ξέρω.  Ξανά είναι αυτή η πιεστική αίσθηση στο στομάχι μου που μου ‘ρχεται όταν το αεροπλάνο προσγειώνεται.      

 MAXH KRHTHS LIFE 36 αντίγραφο «Πόρτα ανοιχτή». 

  Ο σμηνίας στέκεται στην πόρτα.  Δίνει το σύνθημα να γλιστρήσουμε με ένα χτύπημα του αριστερού του χεριού στην πλάτη κάθε άνδρα που γρήγορα εμφανίζεται μπροστά από την πόρτα του αεροπλάνου.  Ο Schroeder, o Grammelsberg, o Hansen, o Berg, o Wenstaedt, τώρα ο υποδεκανέας, τώρα εγώ.  

 Έχω τεσσεράμισι δευτερόλεπτα από τη στιγμή που το αλεξίπτωτο θα ανοίξει μέχρι την προσγείωση.  Ο αέρας μάς μεταφέρει απευθείας στο λόφο.  Τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη μας ρίχνονται εναντίον των πυροβολαρχιών από ψηλά σα μαχαίρια που εκσφενδονίζονται.  Τώρα ανακαλύπτω το τσιριχτό σφύριγμα του αεροπλάνου που κινείται με συριστικό ήχο προς τα κάτω. Μόνο 50 μέτρα από εμάς – υπάρχει ένας ξερός κρότος των κανονιών του.  Έρχεται αμέσως και το επόμενο.  Σε απόσταση είναι τα κοίλα των εκρήξεων από βόμβες που πέφτουν με γδούπο.  Εκεί πέρα, το πρώτο μας πολυβόλο ξεκινάει.  Ο Υποσμηναγός W. επιτίθεται ήδη.  Έπειτα κι εγώ ο ίδιος βρίσκομαι κάτω.  

  Ο υποδεκανέας στέκεται στον κρατήρα από τη βόμβα δίπλα στο πολυβόλο, δίπλα του ο Schroeder, δίπλα του ο λοχίας.  Τα βομβαρδιστικά έχουν αποσυρθεί και κάνουν κύκλους τριγύρω σα χελιδόνια στον αέρα.  Θα έρθουν τα αγγλικά μαχητικά; 

  Κανένα δεν έρχεται.  Από το λόφο μας μπορούμε να κοιτάξουμε κάτω στο πεδίο μάχης [Αεροδρόμιο του Μάλεμε – ED].  Στα δεξιά, το υπόστεγο των αεροσκαφών, φτιαγμένο από παλιό πηλό, ξύλινους στύλους και σανίδες.  Μερικές φορές, ένα μικρό όπλο κροταλίζει από το σκιώδες βάθος.  Τέσσερις χακί φιγούρες προχωρούν και πέφτουν μαζί.  Από δω μοιάζουν με μαριονέτες.  Δεν είδαμε τους πυροβολισμούς.

  Έγνεψα στον υποδεκανέα.  Πηγαίνει με τρεις άντρες προς το κτίριο από πηλό από το πλάι.  Είναι 4.25 π. μ. .  Είμαστε στο έδαφος για δέκα λεπτά.  Τα βομβαρδιστικά είναι πλέον εκτός οπτικού πεδίου.  Στη θέση τους νέα μεταγωγικά αεροπλάνα ίπτανται στον ουρανό.  Πρόκειται να προσγειωθούν στις 4.30 π. μ..  Ο λοχίας έχει πάρει το πολυβόλο από τον υποδεκανέα.  Μια φωτοβολίδα πάει πάνω από την άλλη πλευρά του αγρού.  Είναι 4.26 π. μ. και η άκρη του αγρού είναι γεμάτη από μια ομάδα από άντρες.  Το βρετανικό πράσινο χακί είναι αναμιγμένο με το γκρι ύφασμα των δικών μας αντρών.  Ένα βρετανικό τανκ κάνει θόρυβο πάνω από το αεροδρόμιο.  Είναι μόνο μεσαίου μεγέθους.  Πρέπει να βιαστούμε.

  Τώρα όλα πάνε σύμφωνα με τους ελιγμούς.  “Πυρ”, ο λοχίας πυροβολεί σαν να παρακινήθηκε από ένα χρονόμετρο.  Η δυτική πλευρά του αγρού φωτίζεται.  Οι χειροβομβίδες σκίζουν την πλευρά του υπόστεγου των αεροπλάνων από πηλό.  Είναι 4.30 π. μ.  Τα καταφέραμε.  Ογδόντα αιχμάλωτοι, ένα όπλο, μερικά πυρομαχικά. 

 

MAXH KRHTHS LIFE 38Κάτω στο αεροδρόμιο του Μάλεμε

  Οι μεταφορές με τα Junkers βυθίζονται χαμηλά και προσγειώνονται με το φορτίο τους.  Υπάρχουν ακόμα δύο φορτηγά Bedford με σπασμένο άξονα που βρίσκονται στον αεροδιάδρομο.  Έπρεπε να τα είχαμε μετακινήσει αλλά τώρα δεν υπάρχει καθόλου χρόνος.  Εκρήγνυνται στον αέρα από τις χειροβομβίδες μας.  Αμέσως το πρώτο Junkers κυλά στη μέση των σκορπισμένων συντριμμιών.  Τώρα έρχονται όλα: οι ασύρματοι, τα πυρομαχικά, ένας σάκος με ψωμί Wittler από το Βερολίνο, πακέτα με επιδέσμους, κονίαμα χαρακωμάτων, λεμόνια, το καινούριο μας ταχείας βολής κανόνι από κράμα μαγγανίου, η πτυσσόμενη θήκη μεταφοράς του όπλου.  Οι έλικες των Junkers δε σταματούν.  Φυσάει λες κι ο θεός και ο στρατηγός ήθελαν να μας δώσουν ιδιαίτερη ανάσα για την καυτή μάχη.    To Junkers σκαρφαλώνει.  Το επόμενο κατεβαίνει.  Το σώμα των ποδηλατιστών κατεβαίνει.  Το τρίτο, το τέταρτο.  Κάτω, πάνω, κάτω, πάνω. 

Τώρα ξεκινούν όλα:  συσκευές ασυρμάτου, εφοδιασμοί με πυρομαχικά, ένα τσουβάλι με ψωμί Wittler από το Βερολίνο, πακέτα με επιδέσμους, κονιάματα χαρακωμάτων, λεμόνια, το νέο μας κανόνι ταχείας βολής από κράμα μαγγανίου, την πτυσσόμενη άμαξα όπλων.  Οι έλικες των Junkers  δε σταματούν.  Φυσάει λες κι ο θεός και ο στρατηγός ήθελαν να μας δώσουν μια εξαιρετική πνοή για την καυτή μάχη.  Το Junkers σκαρφαλώνει.  Το επόμενο κατεβαίνει.  Το σώμα των ποδηλατών βγαίνει έξω.  Το τρίτο, το τέταρτο.  Κάτω, πάνω, κάτω, πάνω.  

  «Υποδεκανέας, τι έγινε το τανκ;».  Δε γνωρίζει.  Ανακαλύψαμε ότι ένα βομβαρδιστικό αεροσκάφος το τακτοποίησε για λογαριασμό μας.  Από τότε που ήρθαμε στην Ελλάδα τα βομβαρδιστικά μας έχουν καταλάβει μικρά αλλά αποδοτικά κανόνια και είναι τόσο χρήσιμα σ’ εμάς σαν κι εμείς οι ίδιοι να είχαμε τα αντιαρματικά όπλα.  

  Προσγείωση, απογείωση, προσγείωση, απογείωση, προσγείωση και απογείωση ξανά και ξανά.  Ο ήλιος είναι ήδη ψηλά και καίει.  Τα αυτιά μου έχουν κουφαθεί από τη βοή των μηχανών.  Έπειτα από την προσγείωση και απογείωση 60 μεταφορών, η προέλαση στη θάλασσα ξεκινά.  Αλλά εμείς πρέπει να παραμείνουμε στο χωράφι.  Προς το μεσημέρι υποτίθεται ότι θα μας έπαιρναν και θα μας πήγαιναν πάνω ξανά – στο Ηράκλειο.  Αλλά δεν το λέω στους άντρες μου.  

  Κοιτάζουμε γύρω στην περιοχή.  Καμένα Mausers, τμήματα σκηνής που ήταν μουσκεμένα με ασβέστη και τώρα σπάνε σα χαρτί, τουφέκια, θήκες με πυρομαχικά.  Στη διαλυμένη καλύβα, ο υποδεκανέας έχει ανακαλύψει μια προμήθεια από παστό μοσχάρι.  «Μπορούμε να πάρουμε πρωινό;», ρωτάει.  «Έχετε άδεια», λέω.  Φτιάχνουν μόνοι τους ένα φούρνο από μια δεξαμενή βενζίνης η οποία άντεξε την ανατίναξη των οδοφραγμάτων με φορτηγά και άρχισε φωτιά.  Ο λοχίας τραυματίστηκε.  Ο Υποσμηναγός W. έχει χάσει δύο άντρες.  

 MAXH KRHTHS LIFE 41 αντίγραφο Εν τω μεταξύ κοιτάζω τους αιχμαλώτους.  Είναι σχεδόν όλοι Νεοζηλανδοί.  «Δεν είχαμε καμία ιδέα για τέτοιου είδους πόλεμο», λέει ένας τύπος, ψηλός σαν δέντρο.  Πιάσαμε την πλειοψηφία με πουκάμισα και κοντά παντελόνια.  Είχαν περισσότερο εκπλαγεί παρά ηττηθεί – τόσο γρήγορα έγινε το συμβάν.  «Σας περιμέναμε από το Σάββατο», λέει ο ψηλός, «κι έτσι ήμασταν σε επιφυλακή για τρεις νύχτες και δεν κοιμηθήκαμε καθόλου.  Σήμερα μας ξαφνιάσατε».  

  «Αγενές από τη μεριά μας», λέω και όλη η ομάδα γελάει.

  Δίνω εντολή στους άντρες μου να μαζευτούν και να διπλώσουν τα αλεξίπτωτα κι έπειτα να μπουν στη σειρά σιωπηρά.  Στις δέκα ακριβώς οι αιχμάλωτοι μεταφέρονται μακριά στο άδειο Junkers.   Στις 11 π.μ. το τελευταίο Junkers, φέρνει νέες σφραγισμένες εντολές.

  Τριγυρίζω λίγο στην εξοχή.  Διαλυμένα τάγματα ανεβαίνουν στη φωλιά της δεξαμενής.  Η μάχη από αέρος έχει προφανώς μεταφερθεί προς τη θάλασσα και στα δυτικά.  Ο ήλιος καίει τις γυμνές πέτρες.  Μια μεγάλη σαύρα με παράξενα χρώματα τραβάει κατά μήκος ανάμεσα στους λόφους.  Τώρα βρισκόμαστε εδώ ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Αφρική, και περιμένουμε.  

  Περιμένω τις μηχανές μας στις 11.30 π. μ.   Αλλά εξελίσσεται με διαφορετικό τρόπο.  Παραμένουμε ως το απόγευμα στο χωράφι.  Το άλμα πάνω από το Ηράκλειο πρόκειται να ξεκινήσει το επόμενο πρωί.  Άλλοι σχηματισμοί θα ξεκινήσουν από την ηπειρωτική περιοχή αλλά αρχίζουμε από εδώ.  Είμαστε κουρασμένοι και η ένταση από τις τελευταίες νύχτες υποχωρεί.  Βλέπουμε ένα εναέριο στρατό να ανεβαίνει σε ένα μεγάλο ύψος σαν ένα σμήνος από ακρίδες.  Μετράω τουλάχιστον 40 βομβαρδιστικά και τρεις φορές περισσότερα μεταγωγικά.  Αλλά στρέφονται μακριά από μας προς τα νοτιοδυτικά.  Είναι 6 μ. μ. και καταλαμβάνουν τη δεύτερη βάση.  Εκεί προσγειώνονται.  Πρέπει να έχουν κάνει 40 χιλιόμετρα κι ακόμα έχουν καταλάβει δύο – δεν ξέρω πώς αυτό ήταν δυνατόν.  Ίσως ταξίδεψαν με εχθρικά άρματα μάχης.  Θα ήθελα πάρα πολύ να τους συγχαρώ, αλλά η χρήση του ασυρμάτου είναι ακόμα απαγορευμένη για μας.  

 

Πώς καταλάβαμε το Ηράκλειο

  MAXH KRHTHS LIFE 42Η ενασχόλησή μου με την κατάληψη του Ηρακλείου υποτίθεται ότι περιλαμβάνει δύο προσποιήσεις και μία αληθινή επίθεση.  Μόνο αφότου οι καταβάσεις ανάμεσα στα προάστια και στο κέντρο της πόλης έχουν καταλάβει αρκετές εχθρικές δυνάμεις θα λάβει χώρα η κατάβαση στη βάση του λιμανιού.  Η κατάληψη των αλιευτικών σκαφών έχει διαταχθεί για τις ώρες μεταξύ 5 και 5.20 π. μ..  Είμαστε εξοπλισμένοι με ειδικά αλεξίπτωτα που έχουν το καινούριο πηδάλιο του αέρα με το οποίο μπορούμε να κατευθύνουμε και να καθυστερήσουμε την πτώση μας.  Αφού είμαστε το πρώτο κύμα που συμμετείχε στην κατάληψη του Μάλεμε, καταχωρηθήκαμε ως εφεδρικά στρατεύματα για την κατάληψη στο Ηράκλειο και δεν μας χρησιμοποίησαν μέχρι την τρίτη φάση.  Ωστόσο έχουμε μεγάλη μαχητικότητα.  

  Στις 3 τα ξημερώματα ο επικεφαλής της ομάδας Junkers που έχει μείνει όλη τη διάρκεια της νύχτας στο χωράφι μας, με ξυπνά.  Έχουμε παραλάβει μια ειδική μονάδα από τμηματικά αντιαεροπορικά όπλα από την ηπειρωτική περιοχή γιατί περιμέναμε νυχτερινές επιθέσεις από την Αίγυπτο, ή από ένα αεροπορικό μεταφορέα.  Αλλά τίποτα δεν έχει γίνει.  Η νύχτα μας φαίνεται κρύα και τρέμουμε καθώς σηκωνόμαστε.  Το πρωινό σερβίρεται, τόσο καλό όσο στα καλύτερα καταλύματα – μαρμελάδα, ημι-άγριο μέλι, επίπεδα κέικ από σιτάρι.  Μπορούσαμε να αντέξουμε χωρίς το ψωμί Wittle από το Βερολίνο, και τα βιταμινούχα χάπια ενέργειας.  Το κρασί απαγορεύεται, τα τσιγάρα επιτρέπονται.  Έχουμε μια γουλιά καφέ.

  Οι άντρες είναι εξοπλισμένοι με γιλέκα κολύμβησης και ζώνες για αλεξίπτωτα που μπορούν να πετάξουν μακριά σε περίπτωση που πέσουν μέσα στο νερό, για να μη μπερδευτούν και πνιγούν από τα κορδόνια.  Η πτήση που προσεγγίζει δε θα πάρει πάνω από 40 λεπτά.  Το να κάνεις κύκλους στα 4000 μέτρα παίρνει πιο πολύ ώρα.  Το ηθικό είναι διαφορετικό από την προηγούμενη μέρα.  Όλοι γελούν.  Δεν υπάρχει πια ένταση.  Σε τελική ανάλυση, είμαστε σε γνωστή και κατεχόμενη περιοχή.  «Η Κρήτη μας», είπε ο υποδεκανέας.  Ήταν στ’ αλήθεια πραγματικό γι’ αυτόν γιατί αργότερα έπρεπε να τον θάψουμε στην Κρήτη.  Ήθελα ν αφήσω το λοχία πίσω εξαιτίας του πρησμένου του χεριού, αλλά με παρακάλεσε με τόση ειλικρίνεια που ενέδωσα.  Στις 3.30 π. μ. πιέζω το χέρι του Υποσμηναγού W. με τον οποίο μέχρι τώρα έχω μοιραστεί όλα μου τα άλματα.  Ανήκει στα σώματα για τα προάστια της πόλης, και η δική του επιχείρηση είναι πιο επικίνδυνη από τη δική μου.  

  Είναι 4.45 ξημερώματα όταν βλέπουμε το Ηράκλειο.  Οι λευκές πέτρινες στέγες των σπιτιών εμφανίζονται σαν ένα δρεπάνι που αστράφτει.  Η θάλασσα λαμπυρίζει μπλε.  Το λιμάνι είναι γεμάτο με μικρά ιστιοφόρα και ψαρόβαρκες, πρωτόγονες όπως στη μινωική εποχή.  Εκεί τρία μεγάλα βαπόρια βγάζουν καπνό, γερμένα στο πλάι από τις βόμβες μας και καμένα και ο αέρας μεταφέρει τον καπνό σε μας σα μεγάλα νέφη ομίχλης.  Έχω διαταγές αυτή τη στιγμή να δράσω σύμφωνα με τους δικούς μου υπολογισμούς κι έτσι αποφασίζω να αφήσω αυτά τα ναυάγια να χρησιμεύσουν ως τείχος προστασίας μας. 

 

  Θρυμματισμένες φιγούρες στο μόλο

  «Πόρτα ανοιχτή».

  Ξεκινάει.  Το τίναγμα στα πόδια, το σκίσιμο στους ώμους και στα πόδια.   Κατεβαίνουμε σχεδόν ταυτόχρονα.  Τη στιγμή που πηγαίνουμε από την καμπίνα στο ύπαιθρο, το βουητό της μάχης από τον έξω κόσμο φτάνει προς τα εμάς.   Το ουρλιαχτό από τα πολυβόλα – είμαστε εξοπλισμένοι με τα ταχύτερα, πιο καινούρια μοντέλα που δεν κάνουν πια rat-a-tat αλλά αντιθέτως σφυρίζουν άγρια και βραχνά.  Ανάμεσα βρίσκεται η σκοτεινή δυνατή πτώση των χειροβομβίδων μας και ο ελαφρύτερος και καλύτερος κρότος από τις σφαίρες των τουφεκιών των αγγλικών στρατευμάτων.  Η δυσάρεστη επίθεση των βομβαρδιστικών αεροπλάνων σταματά κατά τη διάρκεια της προσγείωσης μέχρι να γίνει σαφές πως θα διαιρεθεί το απόσπασμά μας.  Τότε σε ένα δευτερόλεπτο που είχε διάρκεια βλέπω μπροστά μου το πανόραμα όπου πρέπει να μπούμε. 

  Στο άκρο του μόλου που προηγείται βρίσκεται ένα κανόνι, που αυτό-εξερράγη ή χτυπήθηκε από βόμβα.  Το βαγόνι είναι διαλυμένο, τα πυρομαχικά είναι χωρισμένα στα δυο, θρυμματισμένες φιγούρες βρίσκονται εκεί κοντά.  Πολύ πιο μακριά πάντως, σε ένα κομμάτι του μόλου, ένα πολυβόλο ακόμα πυροβολεί από ένα μιναρέ του οποίου το κορυφαίο άκρο εκτείνεται ως τον ουρανό σαν ένα δάχτυλο που προσεύχεται.  Οδηγούμε, πέφτοντας μέσα στον αέρα προς τη γέφυρα ενός εγκαταλειμμένου πλοίου.  Προσγειωνόμαστε εκεί.  Τώρα τα πληρώματα των αεροπλάνων από πάνω ρίχνουν τα κιβώτια των πυρομαχικών μας μετά από εμάς.  Δε φτάνουν όλα σε εμάς.  Δυο πέφτουν πάνω σε μια άδεια ψαρόβαρκα.  Ένα άλλο κιβώτιο με σφαίρες ενός βαρύ πολυβόλου σκάει στο μόλο δίπλα στο κατεστραμμένο κανόνι, και μόνο το τελευταίο φτάνει στα χέρια μας.  Αν ακινητοποιήσουμε τον εχθρό στον επόμενο μόλο μπροστά, σχεδόν θα κερδίσουμε. 

  Ο υποδεκανέας πηδά μέσα στο νερό με τους δύο άντρες και κολυμπάει προς το μόλο υπό την προστασία του βαποριού.  Τον βλέπω να κολυμπάει με μια λαστιχένια τσάντα με χειροβομβίδες στην πλάτη του.  Ο λοχίας έχει πηδήσει έξω μετά τις βάρκες.  Έχει μια σχεδόν εντελώς ασφαλή διαδρομή να ταξιδέψει αν το όπλο στο μιναρέ δεν τον εντοπίσει.  Εγώ ο ίδιος σέρνομαι μπροστά μέσα στο βαπόρι.  Μυρίζει καμένο κρέας, ξύλο και λάδι.  Διαλυμένες κονσέρβες φαγητού και αχνιστό συμπυκνωμένο γάλα τρέχει κάτω στα σκαλοπάτια.  Ένα τραπέζι με ένα πράσινο τραπεζομάντιλο.  Πολυτελείς φωτογραφίες και ένα σκορπισμένο μπουκέτο πάνω στο τραπέζι.  Ίσως να ήταν η καμπίνα του καπετάνιου.  Βάζω ένα πολυβόλο μέσα από το φινιστρίνι. 

 

Οι Βρετανοί ξαφνικά ξυπνούν 

Τώρα παρατηρώ τον υποδεκανέα στο νερό από αριστερά.  Κολυμπάει προς την άκρη του μόλου και οι άντρες του μαζεύονται.  Γλιστρούν σα φίδια ανάμεσα στο νερό και την πέτρα και κρύβονται πίσω από ένα χαλασμένο όπλο.  Τότε αρχίζει η συναυλία.  Τα εχθρικά στρατεύματα ξαφνικά ξυπνούν.  Δεχόμαστε πυρά από σπίτια και μαγαζιά.  Ο υποδεκανέας ρίχνει φωτοβολίδες για να δείξει στους πιλότους τη θέση μας.  Άσπρες μπάλες πετούν πάνω από τις βάρκες μπροστά από την καμπίνα μου.  Ένα σφύριγμα από πάνω απαντά καθώς τα βομβαρδιστικά κάνουν απότομες βουτιές.  Δε μου άρεσε ποτέ να ακούω αυτό το σφύριγμα, ακόμα κι αν προερχόταν από τους δικούς μας αεροπόρους.  Ρίχνονται κάτω χαμηλά, πυροβολώντας με τα διπλά τους κανόνια.  Ο μιναρές σιγεί, το πολυβόλο στη μέση του μόλου δεν απαντά πια. 

Με κάθε επιθετική βουτιά ο υποδεκανέας και ένας λοχίας και η ομάδα του με βάρκες προχωρούν άλλα δυο μέτρα πιο κοντά στο μέρος της προσγείωσης.  Είναι κοντά μεσημέρι και στέκομαι στην άκρη του λιμανιού. 

Κατά τα μεσάνυχτα το σώμα περιπολίας του Υποσμηναγού W.  μάς πλησιάζει από την άλλη μεριά της πόλης.  Έδωσαν σκληρούς μάχες και είχαν επίσης απώλειες.  Τα γωνιακά σπίτια ήταν ακόμα κατειλημμένα από τον εχθρό και έτσι οι άντρες του Υποσμηναγού W.  δεν μπορούσαν να μας πλησιάσουν από τους δρόμους.   Λένε ότι ήρθαν μέσα από τους τοίχους των σπιτιών ή διασχίζοντας ταράτσες.  Χρειάζεται δυο μέρες για να πάρουμε όλη της πόλη.  Χάνουμε τον υποδεκανέα μας – που έπεσε με μια σφαίρα στο κεφάλι.  Την τρίτη μέρα ξεκουραζόμαστε.  

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

* Το email σας δεν θα εμφανιστεί