22 Ιανουαρίου του 1830: Πώς η Κρήτη παραδόθηκε στον Μεχμέτ Αλή, αντί να ενωθεί με την Ελλάδα

Η συμφωνία του Λονδίνου για την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους, απ’ το οποίο οι Ευρωπαίοι απέκλεισαν το νησί, οι αντιδράσεις του Λεοπόλδου, που είχε επιλεγεί ως πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας, αλλά και των Κρητών


Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη andrikakisalekos @gmail.com

Μετά από σχεδόν μια δεκαετία αγώνων, ποταμούς αίματος και χιλιάδες νεκρούς αγωνιστές, η Κρήτη βρέθηκε τον Ιανουάριο του 1830 κυριολεκτικά να προσφέρεται και πάλι από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής, στο σουλτάνο…
Ήταν 22 Ιανουαρίου (με το παλιό ιουλιανό ημερολόγιο, που ίσχυε στην Ελλάδα) / 4 Φεβρουαρίου (με το νέο γρηγοριανό ημερολόγιο που είχε ισχύ στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και φυσικά στην Αγγλία) του 1830 όταν με τη Διάσκεψη του Λονδίνου αναγνωρίστηκε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, χωρίς όμως σʼ αυτό να περιλαμβάνονται η Κρήτη και η Σάμος. Είχε προηγηθεί, στις 6 Ιουλίου 1827 και πάλι στο Λονδίνο, η συνθήκη με την οποία οι ευρωπαϊκές δυνάμεις προέβλεπαν την ίδρυση ελληνικού κράτους. Από τότε είχαν αφήσει την Κρήτη έξω απʼ αυτό. Η θέση τους σταθερά επαναβεβαιώθηκε στις 10/22 Μαρτίου 1829 στο Λονδίνο, με ένα νέο πρωτόκολλα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Όμως η οριστική καταδίκη της Κρήτης έγινε το 1830, στις 22 Ιανουαρίου ή 4 Φεβρουαρίου. Τότε, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία συνομολόγησαν στην οριστική ίδρυση του ελληνικού κράτους, εξαιρώντας τελεσίδικα την Κρήτη και τη Σάμο απʼ αυτό. Με τη συνθήκη αυτή ορίστηκε βασιλιάς της Ελλάδας ο πρίγκιπας του Sachsen – Goburg Gotha Λεοπόλδος. Ο Λεοπόλδος μερικούς μήνες αργότερα αρνήθηκε το θρόνο, διαφωνώντας και με την εξαίρεση της Κρήτης από το νέο ελληνικό κράτος. Στη θέση του ορίστηκε ο Όθωνας.

Τα παιχνίδια των δυνάμεων τα έζησε για τα καλά μέσα στον 19ο αιώνα ο επαναστατημένος Κρητικός. Τα είχε καταλάβει από την επανάσταση του Δασκαλογιάννη. Τα αντιλήφθηκε και αργότερα. Άλλοτε η, εκ των πραγμάτων, φιλοτουρκική «ουδετερότητά» τους και άλλοτε η ξεκάθαρη στάση τους υπέρ της Τουρκίας, είχαν καταδικάσει τον κρητικό λαό σε παράταση της κατοχής του από τον Τούρκο δυνάστη.

Στην εξέλιξη του Ιανουαρίου του 1830 ουσιαστικά Γαλλία και Ρωσία σύρθηκαν από την αγγλική διπλωματία, που πάντοτε θεωρείτο περισσότερο φιλική προς την τουρκική πλευρά. Παρʼ όλα αυτά, ακόμη και μέσα στο κοινοβούλιό της υπήρχαν φωνές που στήριζαν σθεναρά την κρητική υπόθεση. Όπως αυτή του ένδοξου ναυάρχου της ναυμαχίας του Ναυαρίνου και βουλευτή στη συνέχεια Εδουάρδου Κόδριγκτον (Edward Codrington), του οποίου στη συνέχεια παρουσιάζομε μια σπάνια επιστολή λίγες ημέρες μετά το πρωτόκολλο του Λονδίνου.

Ο Πάλμεστρον δήλωνε την ίδια εποχή στο αγγλικό κοινοβούλιο ότι «η εγκατάλειψις της Ελλάδος εις την Τουρκίαν αποτελεί αδικίαν, διότι η ανεξαρτησία και η άμυνα της Ελλάδος εξηρτώντο εκ της νήσου ταύτης». Το θέμα είχε φέρει στο γαλλικό κοινοβούλιο ο Γάλλος βουλευτής Γκιζώ, ενώ Γάλλος μονάρχης Κάρολος Ι΄ πρότεινε τον Ιούνιο του 1830 στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αυλές να εξαγοράσουν από κοινού την Κρήτη από το σουλτάνο αντί 40.000.000 γροσίων και αμέσως μετά να την προσαρτήσουν στην Ελλάδα. Αυτό που ακολούθησε είναι γνωστό: η Τουρκία έγινε και πάλι κυρίαρχος στην Κρήτη και την πούλησε στον αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο σουλτάνο στη διάρκεια της Επανάστασης, τόσο στην Κρήτη όσο και στο Μοριά… Φυσικά στις αντιδράσεις πρωτοστάτησαν οι ίδιοι οι Κρήτες, με επιστολές διαμαρτυρίας τόσο στους ηγεμόνες των ευρωπαϊκών χωρών όσο και σε άλλους παράγοντες της ευρωπαϊκής διπλωματίας, αλλά και ο Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 1828 είχε απευθύνει διακοίνωση προς τους αντιπροσώπους των δυνάμεων.

Ο κρητικός αγώνας, πάντως, που ξεκίνησε λίγο μετά την έναρξη της επανάστασης στην υπόλοιπη Ελλάδα (επίσημη ημερομηνία θεωρείται η 14η Ιουνίου 1821, αν και από τις αρχές του Απριλίου είχαν σημειωθεί επαναστατικές κινήσεις), δεν έληξε ούτε με το πρωτόκολλο του Λονδίνου, ούτε με την Αιγυπτιοκρατία (1830-1840), ούτε φυσικά με την επιστροφή των Τούρκων στην τυραννική διοίκηση. Συνεχίστηκε σʼ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μέχρι να αποχωρήσει ο τελευταίος Τούρκος στρατιώτης, τον Νοέμβριο του 1898, αλλά και στις αρχές του 20ου αιώνα. Κι έληξε, ουσιαστικά, την 1η Δεκεμβρίου 1913, με την ύψωση της ελληνικής Σημαίας στο φρούριο Φιρκά και την οριστική ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Το πρωτόκολλο του 1830

Η οριστική συνθήκη του Λονδίνου, τις 22 Ιανουαρίου /4 Φεβρουαρίου 1830 υπεγράφη από τους αντιπροσώπους της Μεγάλης Βρετανία, Αμπερντίν, Γαλλίας, Μονιμορενσί – Λαβάλ και Ρωσίας, Λιέβεν. Οι τρεις χώρες είχαν το ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων για την εφαρμογή της, την υλοποίηση του πολιτεύματος και την εγκατάσταση του ηγεμόνα της Ελλάδας Λεοπόλδου. Φυσικά οι παρεμβάσεις και επεμβάσεις τους στη συνέχεια στα θέματα της περιοχής, ειδικά της Αγγλίας, είναι γνωστές. Πολύ περισσότερο στα θέματα της Κρήτης.

Με το πρώτο από τα 10 βασικά άρθρα οι δυνάμεις διεκήρυτταν την ανεξαρτησία της Ελλάδας: «Η Ελλάς θέλει αποτελεί Πολιτείαν αυτόνομον (ανεξάρτητον), απολαύουσα όλων των ανηκόντων εις εντελή αυτονομίαν πολιτικών, κυβερνητικών τε και εμπορικών δικαιωμάτων».

Και με το δεύτερο άρθρο καθορίζονταν τα όρια του νεοσύστατου κράτους, χωρίς σʼ αυτό να περιλαμβάνεται η Κρήτη. Η συμφωνία των τριών αντιπροσώπων στο σημείο αυτό είχε ως εξής:

«Ένεκα τούτων των ψηφισθέντων τη νέα Πολιτεία προνομίων, και δια να κατορθωθή κατά την έφεσιν της Πόρτας (σ. Π.: εννοείται η Υψηλή Πύλη, δηλαδή ο ίδιος ο σουλτάνος) οροθεσία στενοτέρα παρά της ην διατάττει το από 22 Μαρτίου 1829 Πρωτόκωλον, θέλει άγει οροθετική γραμμή των ορίων της Ελλάδος από των εμβολών του Ασπροποτάμου (Αχελώου), παρά τούτον τον ποταμόν έως άνωθεν της λίμνης Αγγελοκάστρου, επέκεινα δε ταύτης της λίμνης ως και επέκεινα των λιμνών Βραχωρίου και Σταυροβίτζης, έως του όρους Αρτολίνα, εντεύθεν δε επάνω της ράχεως του όρους Άξου, δια της κοιλάδος του Καλουρίου και επί της ράχεως του όρους Οίτης έως του κόλπου Ζητουνίου, τον οποίον φθάνει κατά τα εκβολάς του Σπερχειού, ώστε όλη μεν η κατά μεσημβρίου ταύτης της γραμμής κειμένη επικράτεια και τότε, τους οποίους εσημείωσαν οι Πληρεξούσιοι εν τω υπό γραμ. Ζ παραρτωμένω γεωγραφικώ πίνακι, θέλουσιν ανήκει τη Ελλάδι, άπασα δε η κατʼ όρκτον ταύτης της γραμμής κειμένη επικράτεια και τόποι θέλουσιν αποτελεί και του λοιπού μέρος της Οθωμανικής μοναρχίας. Προς τούτοις, θέλουσιν ανήκει τη Ελλάδι όλη η νήσος Εύβοια (Negroponte), μετά των Δαιμοννήσων, η νήσος Σκύρος, και οι παρά τοις αρχαίοις γνωσταί υπό την ονομασίαν Κυκλάδες μεταξύ της 36 και 39 μοίρας βορείου πλάτους και της 26 μοίρας ανατολικού μήκους του μεσημβρινού του Greenwich κείμεναι νήσοι».

Στο παράρτημα του πρωτοκόλλου που αναφερόταν στην επιλογή του πρίγκιπα Λεοπόλδου ως πρώτου βασιλιά του νέου ελληνικού κράτους, που είχε υπογραφεί στις 20 Φεβρουαρίου 1830 από τους ίδιους αντιπροσώπους των χωρών, αναφερόταν ο τρόπος που θα γινόταν η διοίκηση της Κρήτης από την οθωμανική αυτοκρατορία. Όπως σημειωνόταν, οι τρεις δυνάμεις θα μπορούσαν να παρεμβαίνουν για την προστασία των κατοίκων Κρήτης και Σάμου από αυθαιρεσίες της τουρκικής κυβέρνησης, χωρίς όμως και να είναι υποχρεωμένες να το πράξουν! Στην ουσία, δηλαδή, όχι μόνο απέκλεισαν το νησί από το νέο ελληνικό κράτος, αλλά το εγκατέλειψαν και στην τύχη του, διαβεβαιώνοντας τους Τούρκους ότι δεν επρόκειτο να παρέμβουν για να υποστηρίξουν τους κατοίκους του, ό,τι κι αν αυτοί έπρατταν! Η δήλωσή – παρότρυνση αυτή των αντιπροσώπων βέβαια εξηγεί και τις χωρίς καμιά αντίδραση της τότε επίσημης διεθνούς κοινότητας, αγριότητες των Τούρκων, που έγιναν σʼ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Πιο συγκεκριμένα, στο δεύτερο άρθρο του, σημειώνεται: «Αι σύμμαχοι Δυνάμεις δεν δύναται να συγχωρέσωσιν εις τον Άνακτα της Ελλάδος κανέν δίκαιον μεσολαβήσεως (intervention) ως προς το είδος και τον τρόπον, καθʼ ον η Τουρκική Διοίκησις μεταχειρίζεται την εξουσίαν της εν Κρήτη ή Σάμω, καθότι αύται αι νήσοι θέλουσι μείνη υπό την εξουσίαν της Πόρτας, ανεξάρτητοι από της νέας Δυνάμεως, την οποίαν απεφάσισαν να καταστήσωσιν εν Ελλάδι. Ως τόσον, αι σύμμαχοι Δυνάμεις σπεύσουσι να κηρύξωσιν εις τον πρίγγιπα Λεοπόλδον προς ιδίαν ανάπαυσιν του, ότι δυνάμει των εν εαυταίς συμφωνηθεισών καθυποχρεώσεων, καθυποχρεούνται να παρέχωσιν εις τους εγκατοίκους της Κρήτης και της Σάμου ασφάλειαν κατά πάσης ενοχλήσεως δια το μέρος, όπερ έλαβον τυχόν εις τα προτέρας ταραχάς, ώστε, ανίσως η Τουρκική εξουσία τύχοι να εκτελήται κατά τρόπον εναντίον της ανθρωπότητος, εκάστη των Συμμάχων Δυνάμεων θέλει κρίνει χρέος της, χωρίς όμως να καθυποχρεούται εις τούτο ιδιαιτέρως και κατά πάσαν τάξιν, να μεταχειρισθή την ισχύν της εις το να μη γίνωνται προς τους εγκατοίκους των προρρηθεισών νήσων τυραννικαί και κατά το δοκούν πράξεις».

Η θέση του Λεοπόλδου

Όπως είναι γνωστό, ο Λεοπόλδος τελικά δεν αποδέχτηκε τον ελληνικό θρόνο, θεωρώντας ότι οι εγγυήσεις που έδιναν σʼ εκείνον οι δυνάμεις δεν ήταν αρκετές για να λειτουργήσει σωστά το νέο κράτος, ενώ διαφώνησε και με την εξαίρεση της Κρήτης και της Σάμου. Τη διαφωνία του αυτή την έκανε αμέσως γνωστή με απαντητική του επιστολή στους Αμπερντίν, Μονιμορενσί – Λαβάλ και Λιέβεν. «Το να προσδιορισθή και βελτιωθή δια μεσιτείας των υψηλών Δυνάμεων – έγραφε- και δια περισσοτέρας εκτάσεως της χρήσεως της από 6 Ιουλίου (σ.: 1827) Συνθήκης η θρησκευτική και πολιτική θέσις των Ελληνικών εγκατοίκων των αποδοθησομένων τη Πόρτα νήσων Κρήτης και Σάμου τοιουτοτρόπως, ώστε να ώσιν ασφαλείς κατά πάσης δυναστείας και κατά πάσης πράξεως, ικανής του να προξενήση αιματοχυσίαν, και περί ταύτης της υποθέσεως, της χάριν μόνο της ανθρωπότητος, μελετά ο Υπογεγραμμένος να κάμη περιστατικωτέρας κοινώσεις προς τους Πληρεξουσίους των σεβαστών Μοναρχών».

Η αντίδραση του Κρητικού Συμβουλίου

Η απόφαση των τριών δυνάμεων για την καταδίκη της Κρήτης προκάλεσε απογοήτευση, αλλά και αντιδράσεις των αγωνιζόμενων, ακόμη και εκείνες τις ημέρες, Κρητών. «…Ημείς δεν ευρίσκομεν αλλού την σωτηρίαν μας παρά εις τα όπλα μας και εις αυτόν τον έντιμον θάνατον. Και αν η χριστιανοσύνη μάς παραδώση εις την ασπλαγχνίαν των Τούρκων, αφʼ ου κατασφάξωμεν απαθώς τας γυναίκας, τα τέκνα και τους γέροντάς μας, ας γενώμεν και ημείς θύματα, αλλά θύματα ένδοξα σταθερότητος και των απαραγράπτων δικαίων μας…», ανέφερε η προκήρυξη του Κρητικού Συμβουλίου προς τους Έλληνες, από το χωριό Μαργαρίτες του Μυλοποτάμου, στις 22 Απριλίου 1830. Τμήμα της προκήρυξης αυτής έχει παρουσιάσει στο έργο του «Ιστορία της Κρήτης» ο καθηγητής κ. Θεοχάρης Δετοράκης.

Σε ανάλογο δραματικό ύφος είναι και η επιστολή που απηύθυναν οι Κρήτες στους ηγεμόνες της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, λίγες μόνο ημέρες μετά την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου. Το απόσπασμα που δημοσιεύομε είναι πολύ χαρακτηριστικό:

«…(οι Κρήτες) με πόνον ανέκφραστον της ψυχής, παρατηρούν, ότι ενώ η πολύπαθος Κρήτης αποκλείεται της νεοσυντάκτου Ελληνικής πολιτείας, ύστερον από τόσους κατʼ εχθρών ενδόξους θριάμβους της, ύστερον από τόσους αγώνας και θυσίας, ουδʼ η παραμικρά μνεία γίνεται περί αυτών από την Χριστιανωσύνην. Δικαίως, Φιλόχριστοι Ηγεμόνες, όχι μόνον οι ζώντες έτι και πολεμούντες Χριστιανοί Κρήτες, όχι μόνον οι εις διαφόρους βαρβαρικάς επαρχίας αποσυρόμενοι αιχμάλωτοι, οίτινες επερίμενον την απελευθέρωσίν των και την επιστροφήν εις το Μητρώον έδαφος από την μεγαλόψυχον απόφασίν Σας, αλλά και αυτών των υπέρ Πατρίδος πεσόντων αι ιεραί σκιαί πρέπει να χύνωσι πικρότατα δάκρυα δια μίαν τοιαύτην απόφασιν, ήτις παρέβλεψε τα δίκαιά των, τα οποία είναι μεγαλύτερα, ισχυρότερα και παρʼ αυτών των λοιπών συναγωνιστών των, και άφησεν αυτούς πάλιν εις την διάκρισιν των αιμοβόρων και απανθρώπων τυράννων!»
Πηγές – Βιβλιογραφία

-Εφημερίδα «Ελληνικός Τηλέγραφος», τεύχη 12, 13, 22, 24, 26 Μαρτίου και Μαΐου 1830.

-Εφημερίδα «Αιών», 26 Αυγούστου 1859

-«Κρητικό Αρχείο» Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος

-Θεοχάρη Δετοράκη, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο 1990

-Βασιλείου Ψιλάκη, Ιστορία της Κρήτης.

-«Κρητική Πολιτεία», ιστορικό αφιέρωμα της εφημερίδας «Πατρίς», 30 Νοεμβρίου 2007

-Τμήματα, Αρχείων, Εφημερίδων και Περιοδικών, Μη Δανειζομένων Βιβλίων, Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου

-Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας

Σχετικά Άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

* Το email σας δεν θα εμφανιστεί