7 Ιουλίου 1908: Ο θάνατος του Δ. Βικέλα που σήμανε την έναρξη της περιπέτειας της περίφημης Βικελαίας (εικόνες)

Η διαθήκη του, οι επιστολές και η επιλογή του Ηρακλείου για τη δωρεά των χιλιάδων βιβλίων του

Βράδυ της 7ης Ιουλίου 1908. Ακριβώς 110 χρόνια πριν. Ο λόγιος- συγγραφέας, Δημήτριος Βικέλας, πρόεδρος της πρώτης Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, ενόψει των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας του 1896, αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 73 ετών.

Το αγγελτήριο του θανάτου του από την εφημερίδα Σκριπ

 

Με το θάνατο του Βικέλα αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια της περίφημης Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου, καθώς με τη διαθήκη του, που άνοιξε λίγες ώρες μετά το θάνατό του, το ίδιο πρωί, κληροδοτεί στον μικρό τότε δήμο Ηρακλείου το σύνολο των βιβλίων του, που ανέρχονταν σε πάνω από 7.000 τόμους. Ήταν η απαρχή της δημιουργίας της δημοτικής βιβλιοθήκης, η πορεία των 109 χρόνων της οποίας, μέχρι και τις μέρες μας, είναι γεμάτη κρίσεις …

Ο Δημήτριος Βικέλας (καθιστός στο κέντρο) ποζάρει με τα μέλη της πρώτης ΔΟΕ, το 1894.

 

Τη μεγάλη δωρεά του Δ. Βικέλα, μαζί με την είδηση του θανάτου του, πληροφορήθηκαν οι Ηρακλειώτες σε ένα μονόστηλο της τότε εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας “Ίδη” στις 12 Ιουλίου 1908. Έγραφε η “Ιδη”, χαρακτηριστικά:

“O ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ Δ. ΒΙΚΕΛΑ. ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΔΗΜΟΝ ΜΑΣ”

Την νύκτα της 7ης προς 8ην τρέχοντος απεβίωσεν εν Κηφησιά κατόπιν μακράς και πολυωδύνου ασθενείας καρκίνου του ύπατος (sic) ο πρόεδρος του Συλλόγου προς Διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων κ. Δ. Βικέλας κηδευθείς την επομένην του θανάτου του μετά μεγάλης μεγαλοπρεπείας. Την επομένην ανεγνώσθη εν τω Πρωτοδικείω η διαθήκη αυτού περιέχουσα μεταξύ άλλων και τα εξής αυτολεξί.

Κληροδοτώ εις τον Δήμον Ηρακλείου Κρήτης άπαντα τα βιβλία μου, εκτός των εις μικράν υαλόφρακτον βιβλιοθήκην την εν τη αιθούση της οικίας μου (περιέχουσα και αντίτυπα των έργων μου και των μεταφράσεων αυτών) τα οποία κληροδοτώ εις τον ανεψιόν μου Ιων. Βικέλαν. Η εις Ηράκλειον αποστολή των βιβλίων μου παραγγέλλω να γείνη δαπάνη της κληρονομικής μου περιουσίας, επιθυμώ δε τα εις τον Δήμον Ηρακλείου κληροδοτούμενα ούτω βιβλία να διατηρώνται εις ιδιαίτερον διαμέρισμα φέρον το όνομά μου”.

Η διαθήκη του Βικέλα, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠ των Αθηνών, στις 9 Ιουλίου 1908 (αρχεία Εθνικής Βιβλιοθήκης)

 

Η ανακοίνωση της δωρεάς στο ΔΣ Ηρακλείου

Στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου της 18ης Ιουλίου 1908, ο πρόεδρος Αριστείδης Στεργιάδης «καθιστά γνωστόν εις το Δημοτικόν Συμβούλιον, ότι ο εν Αθήναις εσχάτως αποθανών λόγιος Έλλην Δημήτριος Βικέλας εκληροδότησε εις τον Δήμον Ηρακλείου την βιβλιοθήκην αυτού, η οποία θα αποσταλεί εδώ δαπάνη των κληρονόμων και προτείνει αφ'ενός μεν να αποφασίση το Συμβούλιον αν ο Δήμος αποδέχεται το κληροδότημα, διότι εκ του νόμου απαιτείται τοιαύτη δήλωσις, αφ'ετέρου δε να εκδηλώσει το Δημοτικόν Συμβούλιον την βαθυτάτην τιμήν του Δήμου προς την μνήμην του μεταστάντος και την βαθυτάτην αυτού θλίψιν δια την απώλειαν ην υπέστη το ελληνικόν γένος και τα ελληνικά Γράμματα δια του θανάτου του.
Το Συμβούλιον αποδέχεται ομοφώνως και μετ'ευγνωμοσύνης το κληροδότημα και ψηφίζει: να εκφράση ο Δήμος προς τους κληρονόμους την βαθείαν του Δήμου θλίψιν δια τον θάνατον του υπερόχου λογίου και Έλληνος πατριώτου και δεύτερον να τελεσθή δαπάνη του Δήμου αρχιερατικόν μνημόσυνον εν τω καθεδρικώ ναώ του Αγίου Μηνά υπέρ της μνήμης του».

Από το πρωτότυπο των πρακτικών του δημοτικού συμβουλίου, με την ανακοίνωση του θανάτου και της δωρεάς Βικέλα στο Ηράκλειο (αρχεία ΒΔΒΗ)

 

Η επιλογή του Ηρακλείου

Ο Δημήτριος Βικέλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1835. Καταγόταν  από μεγάλη εμπορική οικογένεια της Βέροιας και αρχικό όνομα Μπεκέλα ή Μπικέλα. Πατέρας του ήταν ο έμπορος Εμμανουήλ Βικέλας και μητέρα του η Σμαράγδα, κόρη του εμπόρου Γεωργίου Μελά και αδελφή του Λέοντος Μελά. Τα πρώτα γράμματα έμαθε κοντά στη μορφωμένη και φιλομαθή μητέρα του. Το 1851 σε ηλικία δεκαέξι ετών μετέφρασε το έργο του Ρακίνα “Εσθήρ”, που ανέβηκε σε σχολική παράσταση και εκδόθηκε στην Ερμούπολη.

Το πιο γνωστό του έργο ήταν ο “Λουκής Λάρας” που τον καθιέρωσε στο χώρο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρωτοδημοσιεύτηκε στη φιλολογική “Εστία” το 1879 και τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε αυτοτελώς, ενώ μεταφράστηκε σε πολλές σλαβικές και ευρωπαϊκές γλώσσες.

Γιατί όμως ο Βικέλας να κληροδοτήσει την πλούσια βιβλιοθήκη του στο Ηράκλειο και όχι στη γενέτειρά του ή τον τόπο καταγωγής του; Η άποψη που έχει επικρατήσει είναι ότι κατά την επίσκεψή του στο Ηράκλειο της Κρητικής Πολιτείας, το 1907, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, τον ενθουσίασε η αποκάλυψη της Κνωσού, η δημιουργία του αρχαιολογικού μουσείου, με τη διεύθυνση του γιατρού και αρχαιολόγου, Ιωσήφ Χατζιδάκη, αλλά και η γενικότερη προσπάθεια να ανασυσταθεί η άλλοτε – επί Βενετών- λόγια πολιτεία.

Όμως τα «κρητικά» ήταν πάντα στο επίκεντρο του Βικέλα. Οι απελευθερωτικοί αγώνες των Κρητών είχαν συνεπάρει τον Βικέλα από τα νεανικά του χρόνια. Για τη μεγάλη επανάσταση του 1866-69 είχε γράψει διήγημα. Ενώ με την απελευθέρωση της Κρήτης από του Τούρκους είχε γράψει ένα εκτενές, διθυραμβικό,  άρθρο σε γαλλικό περιοδικό, στα τέλη του 1899, με την αφορμή του πρώτου χρόνου της απελευθέρωσης και της εγκατάστασης της αυτονομίας.  Στο κείμενο αναφερόταν με ενθουσιώδη τρόπο στην Κρήτη και τη νέα πραγματικότητα, παρουσιάζοντας και τους ανθρώπους που είχαν αναλάβει πρωταγωνιστικούς ρόλους στον τομέα της εκπαίδευσης των Κρητών.

Δεν ήταν όμως μόνο τα πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα της Κρήτης που τον είχαν συγκινήσει. ‘Ήταν – μάλλον- κυρίως τα μορφωτικά. Το 1894 στα τεύχη 10 και 15 του περιοδικού «Εστία», είχε δημοσιεύσει δύο μελέτες για το Δομίνικο Θεοτοκόπουλο, παρουσιάζοντας, μάλιστα, για πρώτη φορά το στοιχείο ότι ήταν από το Ηράκλειο (Κρητικός). Μέχρι τότε θεωρείτο Ισπανός ζωγράφος.

Ένα ακόμη στοιχείο, που μας παρέχει εξηγήσεις για την επιλογή του Βικέλα,  είναι τούτο: το 1944 δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό «Πάφος» μελέτη στην οποία, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά στη σχέση του Βικέλα με τον επίσης λόγιο της εποχής Μιχαήλ Κωνσταντινίδη, με καταγωγή πιθανότατα από τις ελληνικές της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με τα όσα είχε δημοσιεύσει η «Πάφος» σε μια έρευνα για τον Κωνσταντινίδη, ο οποίος είχε κληροδοτήσει τη δική του βιβλιοθήκη στην Κύπρο, οι δύο φίλοι είχαν αποφασίσει πολύ νωρίς να δωρίσουν τις πλούσιες και με σημαντικά συγγράμματα βιβλιοθήκες τους στα δύο μεγάλα νησιά του ελληνικού χώρου, σε μια προσπάθεια να συμβάλλουν στην ενίσχυση της παιδείας και της πνευματικής αφύπνισης Κρητών και Κυπρίων. Με την κίνηση αυτή συνέδεαν τη δική τους περίοδο με αυτή των Ελλήνων λογίων της προ του 1821 εποχής, οι οποίοι πίστευαν ότι η αφύπνιση του γένους, που θα οδηγούσε και στην απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό, θα έπρεπε να στηρίζεται και να ξεκινά από την πνευματική του αφύπνιση.

Η επίσκεψη στο Ηράκλειο και η αλληλογραφία με τον Ι. Χατζιδάκη

Όπως προαναφέραμε, επισκέφτηκε το Ηράκλειο λίγο πριν το θάνατό του, το 1907. Τότε είχε ενημερώσει εμπιστευτικά τον πρώτο πρωθυπουργό της Κρήτης, Ι. Κ. Σφακιανάκη, που τον φιλοξένησε, ότι θα έκανε αυτή τη δωρεά της βιβλιοθήκης. Όχι όμως στο δήμο, αλλά στο υπό ίδρυση αρχαιολογικό μουσείο. Οι λόγοι που άλλαξε την απόφασή του παραμένουν ακόμη προς έρευνα. Πιθανώς θεωρούσε ότι το μουσείο θα λειτουργούσε με την ευθύνη του δήμου.

Ο γιατρός, αρχαιολόγος και πρώτος διευθυντής του αρχαιολογικού μουσείου Ηρακλείου, Ιωσήφ Χατζιδάκης

 

Όπως προαναφέραμε, στη «Νέα Εφημερίδα» της 8ης Ιουνίου 1919 ο Ιωσήφ Χατζιδάκης παρουσίασε για πρώτη φορά μέρος της αλληλογραφίας του με τον Δ. Βικέλα για την δωρεά των βιβλίων στο Κρητικό Μουσείο. Αφορμή για την επιστολή του Χατζιδάκη στην εφημερίδα του Μουρέλλου ήταν προηγούμενη αναφορά σύμφωνα με την οποία εκείνος που είχε μεσολαβήσει ώστε να πειστεί ο λόγιος να δώσει τη βιβλιοθήκη του ήταν ο Κρητικός Ιωάννης Δαμβέργης, μια άλλη μορφή των γραμμάτων της εποχής. Ήταν εκείνος που για λογαριασμό του δήμου Ηρακλείου διεκπεραίωσε την αποστολή των βιβλίων του Βικέλα στο Ηράκλειο . Ο Χατζιδάκης θεώρησε ανακριβή την αναφορά και για πρώτη φορά δημοσιοποίησε μερικές από τις επιστολές και μόνο μέρος του περιεχομένου τους. Αναφέρονται στην περίοδο του 1908, λίγους μήνες δηλαδή πριν το θάνατο του Βικέλα. Μάλιστα το τελευταίος μέρος της αλληλογραφίας δεν γίνεται με τον Βικέλα, που ήταν εξασθενημένος, αλλά με το φίλο και συνεργάτη του ποιητή, Γεώργιο Δροσίνη.

Δώδεκα χρόνια μετά την επιστολή επανήλθε στο θέμα της αλληλογραφίας ο Ιωάννης Μουρέλλος, παρουσιάζοντας στην εφημερίδα «Ελευθέρα Σκέψις» της 22 Ιανουαρίου 1931 την αλληλογραφία του 1908, παραθέτοντας όμως αυτούσιες και όχι αποσπάσματα των επιστολών.

Το 1979, στην «Κρητολογία», ο κ Θεοχάρης Δετοράκης μάς παρουσίασε το σύνολο των επιστολών του Δ. Βικέλα προς τον Ι. Χατζιδάκη, οι οποίες χρονολογούνται από το Φεβρουάριο του 1907, λίγο μετά την επιστροφή του πρώτου στην Αθήνα, δηλαδή.

Παρουσιάζουμε την επιστολή Χατζιδάκη προς τη «Νέα Εφημερίδα» του Ηρακλείου, το 1919, με την οποία για πρώτη φορά επιχειρείτο μια εξήγηση για την επιλογή του Βικέλα.

Και μια διευκρίνιση: ο Ι. Χατζιδάκης χαρακτηρίζει τον Βικέλα με το επίθετο αείδιμος κι όχιαοίδιμος, αείμνηστος ή ξακουστός, δηλαδή. Πιθανότατα η λέξη που χρησιμοποιεί είναι παλιά γραφή του ίδιου επιθέτου, και προκύπτει από το αρχαίο ρήμα αείδω, που σημαίνει ψάλλω ή ακόμη και επαινώ.

 

«Προς την Αξιότιμον Διεύθυνσιν

ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΣ»

     Εις το προχθεσινόν φύλλον της «Νέας Εφημερίδος» ο «Καστρινός» γράφει περί της Βικελαίας βιβλιοθήκης ότι «ματαιούται ο ιερός σκοπός, ον ωνειροπόλησεν ο καλός μας συμπολίτης Ιωάννης Δαμβέργης διότι εις αυτόν οφείλεται η απόκτησις βιβλιοθήκης παρά του Δήμου Ηρακλείου κλπ.»

    Δεν γνωρίζω πόθεν ηρύσθη ο «Καστρινός» την πληροφορίαν ταύτην και αν αύτη στηρίζηται επί πραγματικών γεγονότων αγνώστων εις εμέ.

    Γνωρίζω όμως εξ ιδίας αντιλήψεως τα εξής:

    Ο αείδιμος Βικέλας επεσκέφθη το Ηράκλειον κατά το έτος 1907. Επεσκέφθη τας αρχαιότητας της Κνωσού και τας αρχαίας συλλογάς, αίτινες εφυλάσσοντο τότε ακόμη εις δύο αίθουσας  των στρατώνων του Ηρακλείου, εν αις στεγάζονται νυν το Γυμνάσιον και τα Δικαστήρια. Πριν αναχωρήση εξ Ηρακλείου είπεν εις τον ξενίσαντα αυτόν τότε κ. Ιωάννην Σφακιανάκην να μοι ανακοινώση, υπό εχεμύθειαν ότι απόφασιν έχει την βιβλιοθήκην του να κληροδοτήση εις το Μουσείον Ηρακλείου και με παρακαλεί να φροντίσω ώστε εις το κτιζόμενον τότε Μουσείον Ηρακλείου να κτισθή χώρος κατάλληλος και ασφαλής από του πυρός δια βιβλιοθήκην και αναγνωστήριον. Να τον ειδοποιήσω δε όταν ο χώρος θα είναι έτοιμος δια να στείλη αμέσως μέρος των βιβλίων του.

    Όταν εκτίσθη μία αίθουσα του Μουσείου και ο οπισθόδρομος αυτού, έγραψα περί τούτων εις τον αείδιμον Βικέλαν. Έλαβον δε παρ’ αυτού απάντησιν εις ην μου γράφει, πλην άλλων.  …Καθώς σας έγραψα εμπιστευτικώς έχω όλην την διάθεσιν να στείλω από τούδε, ως πρώτην δόσιν, μέρος των βιβλίων μου και θα μου είναι ευχάριστον εάν τούτο κατορθωθή εντός του 1908. Αλλ’ εννοείται ότι δεν επιθυμώ να τα στείλω δια να μείνουν κλειστά εις τα κιβώτιά των. Όταν έλθη η ώρα συνεννοούμεθα. Όλως υμέτερος.

Δ. ΒΙΚΕΛΑΣ

Μετά τινας δε κατόπιν ημέρας έλαβον και δευτέραν επιστολήν χρονολογουμένην από Αθηνών (6 Απριλίου 1908) και εις ταύτην μου γράφη τα εξής: «Ο οπισθόδορμος περί του οποίου μου αναφέρετε υποθέτω ότι περιλαμβάνει την αίθουσαν της βιβλιοθήκης. Άμα ετοιμασθή προς υποδοχήν και τοποθέτησιν των βιβλίων ειδοποιήσατέ με, παρακαλώ, δια να στείλω μίαν πρώτην δόσιν βιβλίων μετά προηγουμένην, εννοείται συνεννόησιν περί των όρων της δωρεάς.

Δ. ΒΙΚΕΛΑΣ»

   Εις την επιστολήν ταύτην απήντησα αμέσως να μου γράψη τους όρους, ους επιθυμεί ίνα τους υποβάλω εις τον Ύπατον Αρμοστήν προς αποδοχήν, και ότι η αίθουσα της βιβλιοθήκης είναι έτοιμη∙ δια να ζητήσω όμως πίστωσιν δια την κατασκευήν των ερμαρίων πρέπει να γνωρίζω τον αριθμόν των δωρηθησομένων βιβλίων. Δυστυχώς ο αείδιμος Βικέλας είχεν ήδη καταπέση δεινώς πάσχων και μη δυνάμενος να απαντήση ο ίδιος ανέθηκεν εις τον φίλον του κ. Δροσίνην να μου γράψη. Ιδού και η επιστολή του κ. Δροσίνη προς εμέ.

                       Αθήναι 16 Μαΐου 1908

          Αξιότιμε κ. Χατζιδάκη

    Η παρούσα μου είναι απάντησις εις την ιδικήν σας προς τον κ. Βικέλαν της 28 Απριλίου. (Κατόπιν μου γράφει περί της νόσου ότι είναι ανίατος και ο ασθενής είναι καταδικασμένος υπό της επιστήμης). Μου είπεν ότι άμα καλλιτερεύση θα συνεννοηθή μαζύ σας δια τα γραφόμενά σας. Σας γράφω να αναβάλετε πάσαν προσωρινήν σκέψιν περί τοποθετήσεως μέρους των βιβλίων του, τα οποία εσκέπτετο από τούδε να δωρήση εις την φιλτάτην του Κρήτην διότι δεν θα βραδύνη να λάβετε το όλον κατά την επιθυμίαν του, ην βεβαίως διετύπωσε και ως θέλησίν του ως πολλάκις μοι ενεπιστεύθη…..

ΔΡΟΣΙΝΗΣ

     Ολίγας ημέρας κατόπιν ο φιλόπατρις ανήρ ετελεύτησε.

  Εκ τούτων προκύπτει ασφαλώς ότι, ο αείδιμος δωρητής ενεπνεύσθη κατά πρώτον να δωρήση την βιβλιοθήκην του εις το Μουσείον Ηρακλείου, αφού εξ ιδίας αντιλήψεως επείσθη ότι εις το Μουσείον τούτο γίνεται σοβαρά και ευσυνείδητος επιστημονική εργασία και θα ενεπιστεύετο εις χείρας αξίας ό,τι είχε πολύτιμον ο μακαρίτης.

    Τώρα διατί αντί να κληροδοτήση την βιβλιοθήκην του εις το Μουσείον Ηρακλείου την εκληροδότησεν εις τον Δήμον Ηρακλείου; Η απάντησις είναι απλουστάτη. Ο δικηγόρος του τού είπεν ότι το Μουσείον μη ον νομικόν πρόσωπον δεν δύναται να δεχθή κληροδότημα. Αντί του Μουσείου, δια να είναι έγκυρον το κληροδότημα ώφειλε να γίνη προς τον δήμον επί τη εσφαλμένη υποθέσει ότι το Μουσείον είναι δημοτικόν.

ΙΩΣΗΦ ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ»